Ο Παπαλάνγκι δεν έχει χρόνο

VA_Images_1000BW0382-01

Ο Παπαλάνγκι αγαπάει πολύ το στρογγυλό μέταλλο και το βαρύ χαρτί, του αρέσει να βάζει στην κοιλιά του πολλά υγρά από σκοτωμένα φρούτα και κρέας από το γουρούνι και το μοσχάρι και από άλλα τρομερά ζώα, προπάντων όμως αγαπάει και αυτό που δεν πιάνεται και που όμως υπάρχει – το χρόνο. Κάνει πολύ φασαρία και λέει πολλές ανοησίες γι ‘ αυτόν. Παρόλο που ο χρόνος ποτέ δεν είναι περισσότερος απ’ όσο χωράει στο διάστημα μεταξύ ανατολής και δύσης του ήλιου, για τον Παπαλάνγκι ποτέ δεν είναι αρκετός.

Ο Παπαλάνγκι είναι μόνιμα δυσαρεστημένος με το χρόνο του και κατηγορεί το μεγάλο Πνεύμα που δεν του έχει δώσει περισσότερων. Βλαστημάει μάλιστα το θεό και τη μεγάλη του σοφία, χωρίζοντας και κατακομματιάζοντας κάθε νέα μέρα σύμφωνα μ’ ένα ορισμένο σχέδιο. τον κατακόβει ακριβώς όπως όταν κόβουμε εμείς μ’ ένα μεγάλο σουγιά σταυρωτά μία μαλακιά καρύδα. Όλα τα κομμάτια έχουν τ’ όνομά τους: δευτερόλεπτο, λεπτό, ώρα. Το δευτερόλεπτο είναι μικρότερο από το λεπτό κι αυτό μικρότερο από την ώρα, όλα μαζί κάνουν την ώρα και θα πρέπει κανείς να έχει εξήντα λεπτά και πολύ περισσότερα ακόμη δευτερόλεπτα για να έχει τόσα όσα και μία ώρα. Αυτό είναι μία μπερδεμένη υπόθεση, που ποτέ δεν καλοκατάλαβα, γιατί μ’ αηδιάζει να ξοδεύω περισσότερες σκέψεις απ’ όσες είναι απαραίτητες για τέτοια παιδιάστικα πράγματα. Ο Παπαλάνγκι όμως το ‘χει κάνει επιστήμη. Οι άντρες, οι γυναίκες και ακόμη και τα παιδιά, που μόλις μπορούν και στέκονται όρθια, φοράν στο πανί τους, δεμένη με χοντρή μετάλλινη αλυσίδα και κρεμασμένη στο λαιμό ή δεμένη με ένα λουρί στον καρπό του χεριού, μία μικρή, επίπεδη. στρογγυλή μηχανή, απ’ όπου μπορούν να διαβάζουν το χρόνο. Αυτό το διάβασμα δεν είναι εύκολο. Κάνουν εξάσκηση με τα παιδιά, κρατώντας τη μηχανή στ’ αυτί τους, ώστε να τους γεννηθεί η επιθυμία να μάθουν να διαβάζουν το χρόνο.

Μία τέτοια μηχανή, που μπορεί κανείς εύκολα να τη σηκώσει πάνω σε δύο δάχτυλα, είναι μέσα στην κοιλιά της όμοια με τις μηχανές στην κοιλιά των μεγάλων πλοίων, που όλοι σας γνωρίζετε. Υπάρχουν όμως και μεγάλες και βαριές χρονομηχανές. Αυτές βρίσκονται στο εσωτερικό της καλύβας ή κρέμονται στην πιο ψηλή κορφή του σπιτιού για να φαίνονται από πολύ μακριά. Όταν έχει περάσει ένα μέρος του χρόνου, αυτό το δείχνουν κάτι μικρά δάχτυλα στην εξωτερική πλευρά της μηχανής, ενώ ταυτόχρονα αυτή κράζει ένα πνεύμα και χτυπάει πάνω στο σίδερο μέσα στην καρδιά της. Ένα τρομερό βουητό και σαματάς ακούγεται σε μία ευρωπαϊκή πόλη όταν ένα μέρος του χρόνου έχει περάσει.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Εκείνη η προέλαση της 5ης Μεραρχίας…

war3


Ήμουνα τότες είκοσι χρονώ – φοιτητούδι εθελοντής – και τώρα πια είμαι μεστός άντρας. Ως τόσο η θύμηση εκείνης της προέλασης μού κάθεται σα βραχνάς, και καταλαβαίνω πως δε θα μου ξεπλακώσει τα στήθια ως που να μου βάλουν το κεραμίδι στα χείλια. Μια προέλαση. Είδες τι απλή και πόσο ήμερη λέξη. Μια προέλαση. Έτσι δα σαν τη διαβάζει κανένας μέσα στ’ ανακοινωθέντα των Στρατηγών, χωρίς να ’χει βουτήξει μέσα σ’ αυτό το φοβερό βούρκο από αίμα από λάσπη κι από αντρίκιες βαρβατιές, που λέγεται «πόλεμος», φαντάζεται την προέλαση σαν παράτα στρατιωτική. Τη φαντάζεται σαν ένα πέρασμα στρατευμάτων γεμάτο από δόξα, από περηφάνια κι από θρίαμβο, γεμάτο από λαμπρότητα, με σημαίες μεταξωτές γαλάζιες που μπατσίζουν χαρούμενα τον αγέρα, κουνάνε αξιόπρεπα πάνου απ’ τις γυμνές λόγχες των στρατιωτών τις χρυσές τους τις φούντες, και υψώνουν τους ασημένιους των σταυρούς όλο αχτίνες μέσα στον ήλιο. Οι αξιωματικοί είναι ωραίοι μέσα στις στολές τους, πάνου σε περήφανα άτια που ‘ναι στολισμένα με μπρούτζινα φάλαρα και χλιμιντράν οργισμένα. Και ο λαός, ξεφρενιασμένος πια απ’ τη χαρά του, ρίχνει λουλούδια στα πόδια των νικητών, κι οι κοπέλες στέλνουν φιλιά και χαμόγελα, κάτου από λευκές γιορτάσιμες γιρλάντες.

Όμως τα πράματα γίνουνται κάπως αλλιώτικα. Είναι κρίμα που ’ναι έτσι, μα γίνουνται κάπως αλλιώτικα. Η προέλαση της 5ης Μεραρχίας…

Ήταν μια μαύρη νύχτα με σκοτάδι πηχτό, γλιστερό, θαρρείς σαπισμένο απ’ την υγρασία. Ο στρατός μας κοιμήθηκε μέσα σ’ ένα κάμπο, με χώμα λασπωμένο βαθειά. Ήτανε μια Μεραρχία ολάκαιρη που κοιμούτανε έτσι βαθειά και βαρειά, πλακωμένη κάτου απ’ το βρεγμένο σκοτάδι. Μια Μεραρχία άντρες αποσταμένοι, αποκανωμένοι απ’ την υπεράνθρωπη κούραση κι απ’ το αδιάκοπο ξαγρύπνισμα. Θυμάμαι πολύ καλά που πορπάτηξα εκείνο το βράδυ κοιμισμένος, ολότελα κοιμισμένος, ίσαμε μισή ώρα. Είναι ένα απάνθρωπο πράμα να κοιμάσαι ολότελα και όμως να πορπατάς φορτωμένος με ντουφέκι, με σφαίρες και μ’ ένα ασήκωτο γομάρι από βρεγμένες κουβέρτες στην πονεμένη σου ράχη. Όταν διατάξανε οι διμοιρίτες «αλτ», χτύπησα το μούτρο μου στην καραβάνα του μπροστινού μου συντρόφου που στάθηκε, και ξύπνησα από τον πόνο. Κατόπι μας είπανε: «Κοιμηθείτε τώρα!» Μιαν ευτυχία ανυπόφορη πήγε τότες να φουντώσει ξαφνικά σα φλόγα χαράς μέσα απ’ τα σωθικά μας. Μα δεν πρόφταξε και λούφαξε πριν ξελοχίσει ακόμα, πνιγμένη από το μαύρο, το μαλλιαρό, το απονεκρωτικό σύνεφο του ύπνου. Πέσαμε ξαφνικά, σωριασμένοι στον τόπο που ακούσαμε αυτή την προσταγή, που βγήκε, ωχ, έτσι βαθιά μες απ’ τη νύχτα και την ήπιαμε σα γλυκό δηλητήριο: «Κοιμηθείτε!» Γκρεμιστήκαμε εκεί μεσοστρατίς μες τη λάσπη, με τα λουριά των ντουφεκιών περασμένα στη μασκάλη, με το βρεγμένο φόρτωμα του γυλιού κουμπωμένο στη ράχη, με τη μέση σφιγμένη μες τις μπαλάσκες. Και κοιμηθήκαμε βαριά σαν πεθαμένοι. Και πάνουθέ μας ο ουρανός έβρεχε άναντρα και αλύπητα. Έβρεχε πάνου στον κοιμισμένο στρατό. Λένε πως κοιμηθήκανε κι οι προφυλακές μας.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »