Πόνος

Υπάρχει μια περιοχή της ύπαρξής που οι λέξεις και τα νοήματα δεν έχουν καταφέρει ακόμα να φτάσουν, όταν βέβαια το κάνουν τότε το ενδιαφέρον σου έχει ήδη μετατοπιστεί σε κάποιο άλλο σκοτεινότερο σημείο, σε ένα νέο, όμοιο με το προηγούμενο που διαφυλάσσει και αναγεννά τις αγωνίες σου. Εκεί κατοικούν και τα πάθη μας, οι πελώριες αυτές δυνάμεις που στέκουν έξω από τον χώρο που η λογική κυριαρχεί και αρκετά κοντά σε αυτή που αυτή ασθενώς επηρεάζει. Μερικές φορές βρέθηκα εκεί, στις οριακές αυτές περιοχές που ο Νίτσε απολάμβανε τους απογευματινούς του περίπατους, και πήρα μια αμυδρή εικόνα για την μάχη που κυριαρχούσε στο τοπίο τούτο. Άλλες φορές βέβαια, όταν ο φόβος και η απαξίωση έσερνε σαν σχιζοφρενής δεσμοφύλακας το άδειο και αποκαμωμένο κουράγιο μου, τότε τρέμοντας σύγκορμός μέσα από αυτήν την ψεύτικη και υποκριτική καθημερινή κανονικότητα, ένιωθα ότι έστεκα μπροστά στην μόνη αλήθεια που μόνο η αιώνια αισθαντικότητά μας μπορεί να επιβεβαιώσει.

Αλλά μια φορά από αυτές που βρέθηκα εκεί δεν έμοιαζε καθόλου μα καθόλου με τις άλλες. Αυτή ήταν η πιο ουσιαστική μου επίσκεψη και το όχημα που με μετέφερε σαρώνοντας τα πάντα στο πέρασμά του ήταν ο πόνος. Αλλά και αυτός δεν ήταν ένας τυχαίος πόνος αλλά ο χειρότερος! Αυτός που σε κυριεύει όταν εσύ ο ίδιος τα καταφέρεις και πληγώσεις αυτή που αγαπάς περισσότερο στον κόσμο. Πριν λίγο σου μιλούσε και εσύ αγχωνόσουν μήπως και δεν συλλάβεις όλες τις εκφράσεις και όλες τις καμπύλες του προσώπου της, μήπως και δεν πιάσεις όλες τις αποχρώσεις που ένα “α” μπορεί να πάρει βγαίνοντας από τα χείλια της, μήπως και σου ξεφύγει λίγο και δεν σε αγκαλιάσει όλη αυτή η αρμονία που το νάζι και το παιχνίδι της απλώνουν στον χώρο, σε έναν χώρο που εκδικητικά στέκει ανάμεσά σας και σας περιορίζει να γίνεται ένα. Και τώρα αποδιωγμός… και αυτό μέσα σε μια στιγμή, μέσα σε μια απλή πρόταση. Μέσα σε ένα «φύγε»…

 

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Advertisements

Για τις ρίζες του Ισπανικού αναρχισμού

Απόσπασμα από το πολύ γνωστό βιβλίο “Το σύντομο καλοκαίρι της Αναρχίας” του Hans Enzensberger. Είναι το δεύτερο ιστορικό σχόλιο του συγγραφέα και αφορά την εποχή πριν την επανάσταση του 1936. Είναι ένα πολύ καλό άρθρο για το ισπανικό αναρχικό κίνημα και τον τρόπο με τον οποίο αυτό αναδύθηκε μέσα από την παραδοσιακή προκαπιταλιστική ισπανική κοινωνία.

Μια μέρα του Οχτώμβρη του 1868, έφτασε στην Μαδρίτη ένας Ιταλός, ο Τζουζέπε Φανέλλι. Ήταν περίπου σαράντα χρονών, μηχανικός στο επάγγελμα˙ είχε ένα πυκνό μαύρο γένι, σπινθηροβόλα μάτια, ήταν ψηλός και έδειχνε μια έντονη αποφασιστικότητα. Αμέσως μετά την άφιξή του αναζητούσε μία διεύθυνση που είχε γραμμένη στο σημειωματάριό του: ένα καφενείο όπου συνάντησε μια ομάδα εργατών. Οι περισσότεροι ήταν τυπογράφοι στα μικρά τυπογραφία της Ισπανικής πρωτεύουσας.

«Η φωνή του είχε έναν μεταλλικό ήχο και ο τόνος της προσαρμοζότανε απόλυτα σε αυτό που είχε να πει. Από θυμό και απειλή, όταν μιλούσε για τυράννους και εκμεταλλευτές, άλλαζε ο τόνος της φωνής του σε θλίψη, πόνο και ενθάρρυνση όταν μιλούσε για τα βάσανα των καταπιεσμένων. Το περίεργο της υπόθεσης ήταν ότι δεν ήξερε καθόλου Ισπανικά. Μιλούσε ή Γαλλικά, μια γλώσσα που μερικοί από εμάς ελάχιστα καταλάβαιναν, ή Ιταλικά, όπου εμείς κρατιόμασταν όσο καλύτερα γινόταν στις ομοιότητες που έχει αυτή η γλώσσα με την δική μας. Κι όμως οι σκέψεις του ήταν τόσο ξεκάθαρες που όταν τελείωσε μας είχε συνεπάρει ένας ασύγκριτος ενθουσιασμός». Ακόμα και μετά από τριάντα δύο χρόνια μπορεί ο αφηγητής Ανσέλμο Λορέντσο, ένας απ’ τους πρώτους Ισπανούς αναρχικούς, να τσιτάρει κατά λέξη το Φανέλλι, τον «Απόστολο», και να θυμηθεί το ρίγος που διέτρεξε την πλάτη του, όταν εκείνος φώναξε: «Cosa orribile spaventosa

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »