Ενώ Όλα Φαίνονταν Φυσιολογικά

Όλα φαίνονταν φυσιολογικά, οι ομιλίες, το περπάτημα, το γέλιο. Δεν μπορούσε κανείς να δει την ένταση που κυριαρχούσε και πλάτειαζε στα πάντα. Από μέσα σφιγμένες καρδιές και το σφίξιμο αυτό να ανεβαίνει στο πρόσωπο για να υποδυθεί την απουσία του. Και μια κρυάδα και παγομάρα των χαρακτηριστικών, μια θέση πού όλοι την έχουμε σπουδάσει, που οδηγεί στο νεκρικό και στο θανατικό. Και το σφίξιμο αυτό να δένει κόμπους στα σωθικά, κόμπους τέλειους και αυτοσφιγγώμενους που όσο τους αγγίζεις τόσο δένουν με δυνατότερη ορμή. Πολλές φορές επικεντρώνεσαι σε αυτό που είναι εμφανές στους άλλους πάνω σου και ηρεμείς γιατί δείχνεις να το ελέγχεις απόλυτα. Η συμβατικότητα είναι ένας τομέας ο οποίος κάποτε αποτελούσε την συνθήκη της επιβίωσής σου οπότε και δεν ανησυχείς ιδιαίτερα αν το χάσεις για λιγάκι εδώ κι εκεί. Γνωρίζεις πολύ καλά ότι θα επανέλθεις. Το γνωρίζεις με μια σιγουριά όμοια με αυτή του έμπειρου εργάτη που μπροστά σε ένα πρόβλημα στέκει συνάμα ανίδεος για την επίλυσή του αλλά και απόλυτα σίγουρος για το ξεπέρασμα του. Έτσι ο τομέας των άλλων, το θέμα του κοινωνικού δηλαδή, έχει, αν και με θεατρικό τρόπο, επιλυθεί. Έτσι μέσα μας μπορούμε να “παίξουμε” λίγο με τα συναισθήματά μας με περισσότερη άνεση. Μιας και υπάρχουμε έξω από τα βαριά εκείνα συναισθήματα που θεριάζουν στο εσωτερικό μας, μιας και δεν επιλέγεις να τα εκφράσεις σε τρίτους όπως η θεραπεία τους προστάζει, και αφού το να συνυπάρχεις και με αυτά αλλά και παράλληλα με τους ανθρώπους αποτελεί “πολιτισμική αντίφαση”, υπό αυτούς τους όρους, αποφασίζεις να κάνεις μια βόλτα μέσα σε αυτά τώρα που ούτως η άλλως έχουν κυριεύσει τον χρόνο και τον χώρο σου.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Advertisements

Μνήμη, προσωπικές ιστορίες και δυναμικά συστήματα

Το τι γνωρίζουμε για τον κόσμο, πως κατορθώνουμε να το μάθουμε και πως αντιπροσωπεύεται η γνώση αυτή στον εγκέφαλο μας είναι από τα πιο δύσκολα ερωτήματα των σύγχρονων γνωσιακών επιστημών. Η γνώση φαίνεται να είναι η άρρηκτη συνέχεια της μνήμης. Όταν αναφερόμαστε στη μνήμη εννοούμε τόσο μία συγκεκριμένη γνωστική διαδικασία, αλλά και το ίδιο το περιεχόμενο της μνήμης, τις αναμνήσεις και τις έννοιες. Οι αναμνήσεις, λοιπόν, η μνήμη του χωροχρόνου είναι αναπόσπαστο κομμάτι της επίγνωσης του εαυτού μας, ο πυρήνας της προσωπικής μας ιστορίας. Η ατομική ταυτότητα του κάθε ανθρώπου δομείται σε μεγάλο βαθμό από τη χρονική συνέχεια των εμπειριών του (βιωματικές μνήμες) και την ικανότητα να τις συνθέτει και να τις γενικεύει (διαδικασία της σκέψης). Ειδικά η σημασιολογική μνήμη αφορά την ικανότητα ανάκλησης πληροφορίας υπό τη μορφή γενικών εννοιών (γνώση), χωρίς να είναι απαραίτητη η ανάκληση των περιστάσεων κάτω από τις οποίες η πληροφορία αυτή παγιώθηκε. Η σημασιολογική μνήμη είναι, δηλαδή, ο πυρήνας των γνώσεών μας.

Φαίνεται λοιπόν ότι η διατύπωση μιας τεκμηριωμένης θεωρίας κρύβει ή ξεκινάει από κάποιες βασικές έννοιες που έχουν αποκτηθεί μέχρι τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή. Είναι οι θεμελιώδεις, πρωταρχικές έννοιες, η επιλογή και ο συνδυασμός των οποίων μέσω της διαδικασία της σκέψης θα δομήσουν την θεωρία μας αλλά και που μπορεί και να οδηγήσουν στη δημιουργία νέων εννοιών. Η παραπάνω άποψη δεν συνιστά κάτι καινούργιο ούτε στη γνωστική ψυχολογία αλλά ούτε και στη φιλοσοφία. Για παράδειγμα, το 1927 οι μαθηματικοί Whitehead και Russell στο κλασσικό βιβλίο τους Principia Mathematica υποστηρίζουν ότι όλες οι μαθηματικές αλήθειες μπορούν να προκύψουν λογικά από ορισμένες θεμελιώδεις έννοιες με κάποιες βασικές αρχές συμπερασμού. Η εξ’ ορισμού μη περαιτέρω ανάλυση αυτών των θεμελιωδών εννοιών (η θεμελιώδης γνώση των γνωστικών ψυχολόγων) συνιστά μία φιλοσοφική διαμάχη που πραγματοποιήθηκε (και συνεχίζει να πραγματοποιείται) κυρίως από μαθηματικούς φιλόσοφους (βλέπε Gödel, Hilbert, Turring), αλλά δεν αποτελεί αντικείμενο της συγκεκριμένου κειμένου.

Συνεπώς, κάθε άποψη που εκφράζει καθένας έχει από πίσω της ένα ‘μυστικό’, μία θεμελιώδη έννοια που για λόγους ειλικρίνειας καλό είναι να φανερώνεται από την αρχή. Ο φιλόσοφος της επιστήμης T.S. Kuhn προβάλλει την ιδέα ότι η παρατήρηση είναι έμφορτη θεωρίας, ότι οι επιστήμονες “βλέπουν” ό,τι τους υπαγορεύει η εκάστοτε θεωρία την οποία ασπάζονται. Η βασική θεμελιώδη παραδοχή στο παρόν κείμενο είναι η επιστημονική (φυσική) εξήγηση του κόσμου (και του νου). Με άλλα λόγια, πιστεύω (και είναι περίεργο που εισέρχεται το συγκεκριμένο ρήμα εδώ) ότι άλλες θεωρίες όπως ο δυϊσμός του εγκεφάλου και νου, είναι διαπραγματεύσιμες, αλλά τελικά η συζήτηση θα καταλήξει σε αδιέξοδο: ο δυϊσμός δεν περιλαμβάνεται στις βασικές έννοιες του εννοιολογικού μου συστήματος στην παρούσα χρονική στιγμή.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »