Ο Σκοπός και τα Μέσα

Απόσπασμα από το βιβλίο «Το Μηδέν και το Άπειρο» του Άρθουρ Κάισλερ. Όπως ο ίδιος ο συγγραφέας αναφέρει στις πρώτες σελίδες του βιβλίου: «Τα πρόσωπα του βιβλίου είναι φανταστικά. Οι ιστορικές περιστάσεις που καθόρισαν τις πράξεις τους είναι πραγματικές. Η ζωή του Ν. Σ. Ρουμπασόφ είναι μια σύνθεση από τις ζωές πολλών ανθρώπων που έπεσαν θύματα των λεγόμενων Δικών της Μόσχας. Ορισμένους από αυτούς τους γνώριζα προσωπικά. Αφιερώνω το βιβλίο στην μνήμη τους».

Το Απόγευμα ο Ρουμπασόφ ένιωθε ακόμα χειρότερα. Σε τακτά χρονικά διαστήματα είχε ρίγη. Κι είχε αρχίσει να του ξαναπονάει το δόντι – ο δεξιός πάνω κυνόδοντας, που συνδεόταν με το κογχικό οπτικό νεύρο. Δεν είχε βάλει μπουκιά στο στόμα από την ώρα που τον είχαν πιάσει, μα δεν πεινούσε. Προσπάθησε να συγκεντρωθεί, μα τα κρύα ρίγη που τον τράνταζαν σύγκορμο και η φαγούρα και το γρατσούνισμα στο λαρύγγι δεν τον άφηναν. Οι σκέψεις του περιστρέφονταν διαδοχικά γύρω από δύο άξονες: την απεγνωσμένη δίψα του για τσιγάρο και την φράση «Θα πληρώσω».

Οι αναμνήσεις τον κατέκλυζαν˙ βομβούσαν και βούιζαν πνιχτά στα αυτιά του. Πρόσωπα και φωνές εμφανίζονταν και εξαφανίζονταν˙ ολόκληρο το παρελθόν πονούσε και πυορροούσε σε κάθε άγγιγμα. Το παρελθόν ήταν το κίνημα, το Κόμμα˙ παρόν και μέλλον ήταν πάλι το Κόμμα, αναπόσπαστα δεμένα με το πεπρωμένο του Κόμματος˙ αλλά το παρελθόν του ταυτιζόταν με το Κόμμα. Και ξαφνικά τέθηκε υπό αμφισβήτηση αυτό ακριβώς το παρελθόν. Το ζεστό, σφριγηλό σώμα του Κόμματος του φάνηκε γεμάτο πληγές που πυορροούσαν και τραύματα που αιμορραγούσαν. Πότε και που στην Ιστορία υπήρξαν ποτέ τόσοι άγιοι με φυσικά κουσούρια; Πότε μια δίκαιη υπόθεση είχε εκπροσωπηθεί χειρότερα; Αν το Κόμμα ενσάρκωνε την βούληση της Ιστορίας, τότε η Ιστορία είχε φυσικά κουσούρια.


Ο Ρουμπασόφ κοίταζε αφηρημένος τους λεκέδες από την υγρασία στους τοίχους του κελιού του. Πήρε την κουβέρτα από το κρεβάτι και την τύλιξε στους ώμους˙ τάχυνε το βήμα και βάδιζε πέρα δώθε με μικρά, γοργά βήματα, κάνοντας απότομα στροφή στην πόρτα και στο παράθυρο˙ αλλά τα ρίγη εξακολουθούσαν να διατρέχουν την ραχοκοκαλιά του. Το βουητό στα αυτιά συνεχιζόταν, συνοδευόμενο από σιγανές, συγκεχυμένες φωνές˙ δεν καταλάβαινε αν έρχονταν από τον διάδρομο ή αν ήταν σκέτες παραισθήσεις. Είναι το κογχικό οπτικό νεύρο, είπε μέσα του˙ από τη σπασμένη ρίζα του κυνόδοντα. Θα το πω αύριο στον γιατρό, αλλά στο μεταξύ έχω πολλά να κάνω. Πρέπει να βρω γιατί το Κόμμα έχει φυσικά κουσούρια. Όλες μας οι αρχές ήταν σωστές – όλα όσα κάναμε λαθεμένα. Ο αιώνας μας είναι άρρωστος˙ διαγνώσαμε επακριβέστατα την αρρώστια και τα αίτια που την προκαλούν, μα όποτε χρησιμοποιήσαμε το νυστέρι ανοίξαμε καινούργιες πληγές. Η θέλησή μας ήταν σκληρή και καθαρή, ο λαός θα έπρεπε να μας είχε αγαπήσει. Αλλά μας μισεί. Γιατί είμαστε τόσο μισητοί και αποκρουστικοί;

Σας φέραμε αλήθεια, και από το στόμα μας ακουγόταν σαν ψέμα. Σας φέραμε ελευθερία, και στα χέρια μας έμοιαζε με μαστίγιο. Σας φέραμε τη γνήσια ζωή, και, όπου ακούστηκε η φωνή μας, τα δέντρα μαραίνονταν και τα ξερά φύλλα έτριζαν. Σας φέραμε την υπόσχεση για ένα καλύτερο μέλλον, αλλά η φωνή μας τραύλιζε και γαύγιζε…

Ανατρίχιασε. Στα μάτια της φαντασίας του παρουσιάστηκε μια εικόνα, μια μεγάλη φωτογραφία σε ξύλινη κορνίζα: οι αντιπρόσωποι στο Πρώτο Συνέδριο του Κόμματος. Κάθονταν σε ένα μακρύ ξύλινο τραπέζι, άλλοι με τους αγκώνες ακουμπισμένους πάνω του, άλλοι με τα χέρια στα γόνατα˙ γενειοφόροι και έντιμοι, κοίταζαν κατάματα τον φακό του φωτογράφου. Πάνω από το κεφάλι του καθενός ήταν ένα κυκλάκι με έναν αριθμό, που αντιστοιχούσε σε ένα από τα ονόματα τα τυπωμένα από κάτω. Ήταν όλοι σοβαροί, μόνον ο γέρος που προέδρευε είχε στα σχιστά τατάρικα μάτια του ένα πονηρό μειδίαμα, σαν να διασκέδαζε. Ο Ρουμπασόφ ήταν ο δεύτερος από δεξιά του, με τα γυαλιά στην μύτη. Ο Πρώτος καθόταν κάπου στην άλλη άκρη του τραπεζιού, τετράγωνος και βαρύς. Έμοιαζαν με συγκέντρωση του δημοτικού συμβουλίου μιας επαρχιακής πόλης κι ετοίμαζαν την μεγαλύτερη επανάσταση στην ιστορία της ανθρωπότητας. Τότε ήταν μια χούφτα άνθρωποι εντελώς νέου είδους: αγωνιστές φιλόσοφοι. Τους ήταν τόσο γνώριμες οι φυλακές των πόλεων της Ευρώπης, όσο γνώριμα είναι στους περιοδεύοντες αντιπροσώπους τα ξενοδοχεία. Ονειρεύονταν την εξουσία, με αντικειμενικό στόχο να καταργήσουν την εξουσία˙ ονειρεύονταν να κυβερνήσουν τον λαό, με αντικειμενικό στόχο να του κόψουν την συνήθεια να τον κυβερνούν κάποιοι. Όλες τους οι σκέψεις έγιναν έργα και όλα τους τα όνειρα πραγματικότητα. Πού βρίσκονταν τώρα; Οι εγκέφαλοί τους, που είχαν αλλάξει την πορεία του κόσμου, είχαν δεχθεί από ένα πυρωμένο βόλι. Άλλοι στο μέτωπο, άλλοι στο σβέρκο. Μόνο δυο τρεις είχαν γλιτώσει, και είχαν, συντριμμένοι, σκορπίσει στα πέρατα του κόσμου. Κι αυτός˙ και ο Πρώτος.

Είχε παγώσει και λαχταρούσε τσιγάρο. Ξαναείδε τον εαυτό του στο παλιό βελγικό λιμάνι, συντροφιά με τον εύθυμο κοντο-Λέβι, που ήταν λίγο καμπούρης και κάπνιζε τσιμπούκι θαλασσινού. Ξαναμύρισε την μυρωδιά του λιμανιού, ανάμεικτη σάπια φύκια και πετρέλαιο˙ ξανάκουσε το γλυκόηχο ρολόι από τον πύργο του παλιού δημαρχείου και ξαναείδε τα στενά δρομάκια με τα σπίτια με τις σοφίτες, που στα κάγκελά τους άπλωναν τη μέρα τη μπουγάδα τους οι πόρνες του λιμανιού. Ήταν δυο χρόνια μετά το περιστατικό με τον Ρίχαρντ. Δεν είχαν καταφέρει να του φορτώσουν καμία κατηγορία. Δεν είχε μιλήσει όταν τον έδειραν, δεν είχε μιλήσει όταν του σπάσανε τα δόντια. Δεν είχε μιλήσει˙ τα αρνιόταν όλα και ψευδόταν ψυχρά και υπολογισμένα. Είχε βαδίσει πέρα δώθε στο κελί του, είχε συρθεί στις πλάκες του κατασκότεινου απομονωτηρίου, είχε φοβηθεί, μα κατέστρωνε μεθοδικά την άμυνά του˙ κι όταν το παγωμένο νερό τον συνέφερνε από την αναισθησία, κάπνιζε ένα τσιγάρο και συνέχιζε τις ψευτιές. Δεν τον ξάφνιαζε, τότε, το μίσος των βασανιστών του, ούτε κι αναρωτιόταν γιατί τον μισούσαν τόσο. Όλος ο νομικός μηχανισμός της Δικτατορίας έτριξε τα δόντια, μα δεν κατάφεραν να αποδείξουν τίποτα εναντίον του. Όταν τον άφησαν ελεύθερο, τον έφερε ένα αεροπλάνο στην χώρα του – την πατρίδα της Επανάστασης. Επίσημη υποδοχή, εορταστικά μαζικά συλλαλητήρια και στρατιωτικές παρελάσεις. Ως και ο πρώτος εμφανίστηκε πολλές φορές δημόσια μαζί του.

Έλλειπε χρόνια από την πατρίδα και είδε πως είχαν αλλάξει πολλά. Οι μισοί γενειοφόροι της φωτογραφίας δεν υπήρχαν πια. Τα ονόματά τους απαγορευόταν να αναφέρονται, η μνημόνευσή τους συνοδευόταν μόνο με κατάρες – με εξαίρεση τον γέρο με τα σχιστά τατάρικα μάτια, τον αλλοτινό ηγέτη, που είχε πεθάνει εγκαίρως. Λατρευόταν σαν Πατέρας-Θεός, κι ο Πρώτος σαν Υιός του˙ αλλά ψιθυριζόταν παντού ότι ο Πρώτος είχε πλαστογραφήσει τη διαθήκη του Γέρου για να τον κληρονομήσει˙ όσοι γενειοφόροι της παλιάς φωτογραφίας είχαν επιβιώσει, ήταν πια αγνώριστοι. Καλοξυρισμένοι, συντριμμένοι, απογοητευμένοι, κυριευμένοι από μια κυνική μελαγχολία. Κάθε τόσο, ο Πρώτος, άπλωνε το χέρι για να αρπάξει ένα καινούργιο θύμα από ανάμεσά τους. Όλοι τότε έτυπταν το στήθος και μετανοούσαν εν χορώ για τα αμαρτήματά τους. Έπειτα από δεκαπέντε μέρες, αν και περπατούσε ακόμα με πατερίτσες, ο Ρουμπαρσόφ είχε ζητήσει άλλη αποστολή στο εξωτερικό. «Σαν να βιάζεσαι λιγάκι», του είχε πει ο Πρώτος, κοιτάζοντάς τον πίσω από σύννεφα καπνού. Πάνω από το κεφάλι του Πρώτου κρεμόταν το πορτραίτο του γέρου δίπλα του, κρεμόταν παλιά η φωτογραφία με τα αριθμημένα κεφάλια, μα είχε τώρα απομακρυνθεί. Η συνομιλία ήταν ολιγόλεπτη, αλλά, την ώρα που έφευγε, ο Πρώτος του είχε σφίξει το χέρι με ασυνήθιστη θέρμη. Αργότερα, ο Ρουμπαρόφ είχε σκεφτεί πολύ ποιο ήταν, άραγε, το νόημα της χειραψίας αυτής˙ και του παράξενου εύγλωττου, ειρωνικού βλέμματος που του είχε ρίξει ο Πρώτος πίσω από τα σύννεφα του καπνού. Έπειτα, ο Ρουμπασόφ είχε φύγει σερνάμενος με τις πατερίτσες από το γραφείο˙ ο Πρώτος δεν τον είχε συνοδεύσει ως την πόρτα. Την άλλη μέρα αναχώρησε για το Βέλγιο.

Στο καράβι είχε συνέλθει κάπως και είχε σκεφτεί την αποστολή του. Τον υποδέχθηκε ο κοντο-Λέβι με το ναυτικό τσιμπούκι. Ήταν ο τοπικός ηγέτης των λιμενεργατών του Κόμματος˙ ο Ρουμπασόφ τον συμπάθησε αμέσως. Ξενάγησε τον Ρουμπασόφ στις αποβάθρες και τα φιδωτά δρομάκια του λιμανιού, και καμάρωνε λες και τα είχε φτιάξει ο ίδιος, Είχε γνωριμίες σε όλα τα καπηλειά, λιμενεργάτες, ναύτες και πόρνες˙ παντού τον κερνούσαν κι εκείνος αντιχαιρετούσε σηκώνοντας το τσιμπούκι ως το αυτί. Μέχρι και ο τροχονόμος στην αγορά του έκλεισε το μάτι καθώς περνούσε, κι οι σύντροφοι ναύτες από ξένα καράβια, που δε μπορούσαν να συνεννοηθούν μαζί του με τα λόγια, τον χτυπούσαν φιλικά στην παραμορφωμένη του πλάτη. Ο Ρουμπασόφ τα είδε όλα αυτά με μια κάποια έκπληξη. Όχι, ο κοντο-Λέβι δεν ήταν μισητός και αποκρουστικός. Ο τομέας των λιμενεργατών της πόλης ήταν από τους καλύτερα οργανωμένους τομείς του Κόμματος σε ολόκληρο τον κόσμο.

Το βραδάκι, ο Ρουμπασόφ, ο κοντο-Λέβι και μερικοί άλλοι κάθισαν σε ένα καπηλειό του λιμανιού. Μαζί τους ήταν και κάποιος Πώλ, ο οργανωτικός γραμματέας του τομέα. Πρώην παλαιστής, φαλακρός, βλογιοκομμένος, με μεγάλα πεταχτά αυτιά. Φορούσε μαύρο ναυτικό πουλόβερ κάτω από το μπουφάν και μαύρο σκληρό καπέλο στο κεφάλι. Είχε το χάρισμα να κουνάει ρυθμικά τα αυτιά και να ανεβοκατεβάζει έτσι το καπέλο του. Ήταν και κάποιος Μπίλ, πρώην ναύτης, που είχε γράψει ένα μυθιστόρημα με θέμα την ζωή του ναύτη, είχε γίνει διάσημος για μια χρονιά κι έπειτα είχε ξαναπέσει στην αφάνεια˙ τώρα, έγραφε άρθρα για τις εφημερίδες και τα περιοδικά του Κόμματος. Οι υπόλοιποι ήταν λιμενεργάτες, βαριοί και γερά ποτήρια. Έρχονταν διαρκώς καινούργιοι, κάθονταν ή έστεκαν γύρω από το τραπέζι, κερνούσαν και ξανάφευγαν. Ο χοντρός κάπελας καθόταν στο τραπέζι τους, όποτε δεν είχε δουλειά. έπαιζε φυσαρμόνικα. Ήπιαν πολύ.

Ο κοντο-Λέβι είχε συστήσει τον Ρούμπασοφ σαν «σύντροφο από Εκεί», χωρίς άλλες εξηγήσεις. Ο κοντο-Λέβι ήταν ο μόνος που ήξερε ποιος ήταν ο Ρουμπασόφ. Αφού οι άνθρωποι στο τραπέζι είδαν ότι ο Ρουμπασόφ δεν ήταν σε ομιλητική διάθεση, ή είχε λόγους να μην είναι, δεν του έκαναν πολλές ερωτήσεις˙ και όσες έκαναν, αναφέρονταν στις υλικές συνθήκες της ζωής Εκεί, στους μισθούς, στο πρόβλημα της γης, στην ανάπτυξη της βιομηχανίας. Τα όσα έλεγαν, φανέρωναν μια εντυπωσιακή γνώση τεχνικών λεπτομερειών, που συνοδευόταν από μια εξίσου εντυπωσιακή άγνοια της γενικής κατάστασης και του πολιτικού κλίματος Εκεί. Ρωτούσαν για την ανάπτυξη της παραγωγής στην μεταλλουργία των ελαφρών μετάλλων, σαν τα παιδάκια που ρωτούν να μάθουν πόσο μεγάλα ήταν τα σταφύλια στη Γη Χαναάν. Ένας γέρος λιμενεργάτης, που έστεκε από ώρα στο μπάρ χωρίς να παραγγείλει ώσπου ο κοντο-Λέβι τον κάλεσε για ένα ποτήρι, είπε στο Ρουμπασόφ αφού έσφιξαν τα χέρια: «Μοιάζεις πολύ με τον γερο-Ρουμπασόφ». «Μου το έχουν πει κι άλλοι», είπε ο Ρουμπασόφ. «Ο γερο-Ρουμπασόφ είναι λεβεντιά», είπε ο γέρος αδειάζοντας το ποτήρι. Δεν είχε περάσει ούτε ένας μήνας από τότε που είχαν αφήσει ελεύθερο τον Ρουμπασόφ, και ούτε έξι βδομάδες από τότε που είχε μάθει ότι δεν θα τον εκτελούσαν. Ο χοντρός κάπελας έπαιξε φυσαρμόνικα. Ο Ρουμπασόφ άναψε τσιγάρο και κέρασε σε όλους ποτό. Ήπιανε στην υγειά του και στην υγειά του λαού Εκεί, κι ο γραμματέας Πώλ ανεβοκατέβασε με τα αυτιά το σκληρό του καπέλο.


Αργότερα, ο Ρουμπασόφ και ο κοντο-Λέβι έμειναν κάμποση ώρα μονάχοι σε ένα καφενενείο. Ο καφετζής είχε κατεβάσει τα ρολά, είχε ανεβάσει τις καρέκλες στα τραπέζια κι είχε αποκοιμηθεί στον πάγκο του, ενώ ο κοντο-Λέβι διηγήθηκε στον Ρουμπασόφ την ιστορία της ζωής του. Ο Ρουμπασόφ δεν του είχε ζητήσει κάτι τέτοιο και αμέσως κατάλαβε ότι την άλλη μέρα θα είχε προβλήματα: δεν μπορούσε να εμποδίσει την παρόρμηση που ένοιωθαν όλοι οι σύντροφοί να του διηγιούνται την ιστορία της ζωής τους. Είχε βάλει πράγματι σκοπό να φύγει, μα ένοιωσε ξαφνικά πολύ κουρασμένος˙ είχε μάλλον υπερτιμήσει τις δυνάμεις του˙ κάθησε, λοιπόν, και άκουσε.

Αποκαλύφθηκε ότι ο κοντο-Λέβι δεν ήταν Βέλγος, αν και μιλούσε τη γλώσσα σαν Βέλγος και γνώριζε τους πάντες στην πόλη. Στην πραγματικότητα, είχε γεννηθεί σε μια πόλη της νότιας Γερμανίας, είχε μάθει την τέχνη του μαραγκού και, στις κυριακάτικες εκδρομές της λέσχης της Επαναστατικής Νεολαίας, έπαιζε κιθάρα και έκανε ομιλίες με θέμα τον δαρβινισμό. Τους ταραγμένους μήνες πριν καταλάβει την εξουσία η Δικτατορία, όταν το Κόμμα χρειαζόταν επειγόντως όπλα, σκάρωσαν στην πόλη εκείνη ένα παράτολμο κόλπο: ένα κυριακάτικο απομεσήμερο, πήραν με ένα καμιόνι από το αστυνομικό τμήμα της κεντρικότερης συνοικίας της πόλης πενήντα τουφέκια, είκοσι πιστόλια και δυο οπλοπολυβόλα με τα πυρομαχικά τους. Οι άνθρωποι του καμιονιού είχαν δείξει μια έγγραφη διαταγή, γεμάτη επίσημες σφραγίδες, και συνοδεύονταν από δυο ψεύτικους αστυφύλακες με αληθινές στολές. Τα όπλα βρέθηκαν αργότερα σε μια άλλη πόλη, σε μια έρευνα στο γκαράζ ενός μέλους του Κόμματος. Η υπόθεση δεν διαλευκάνθηκε ποτέ πλήρως˙ την επόμενη κιόλας μέρα, ο κοντο-Λέβι εξαφανίστηκε από την πόλη. Το Κόμμα του είχε υποσχεθεί διαβατήριο και ταυτότητα, αλλά το ραντεβού χάλασε. Δηλαδή ο απεσταλμένος από τα ανώτερα κλιμάκια του Κόμματος, που ήταν να του φέρει διαβατήριο και χρήματα για το ταξίδι, δεν εμφανίστηκε στο προκαθορισμένο ραντεβού.

– Πάντα έτσι γίνεται με εμάς, πρόσθεσε με φιλοσοφική διάθεση ο κοντο-Λέβι. Ο Ρουμπασόφ δεν μίλησε.

Μα ο κοντο-Λέβι κατάφερε να ξεφύγει και να περάσει τελικά τα σύνορα. Αφού είχαν εκδώσει ένταλμα συλλήψεως και η φωτογραφίας του με την καμπουρίτσα είχε σταλεί σε όλα τα αστυνομικά τμήματα, υποχρεώθηκε να τριγυρίζει πολλούς μήνες στην ύπαιθρο. Πηγαίνοντας για τη συνάντηση με τον σύντροφο από τα «ανώτερα κλιμάκια» είχε στην τσέπη χρήματα μόνο για τρεις μέρες. «Πριν από αυτό, είχα την εντύπωση ότι μόνο στα βιβλία μασουλάνε οι άνθρωποι τις φλούδες των δέντρων», σχολίασε. «Νοστιμότερα από όλα είναι τα πλατανάκια». Η θύμηση τον έκανε να σηκωθεί και να φέρει δυο λουκάνικα από τον πάγκο. Ο Ρουμποσόφ θυμήθηκε τη σούπα της φυλακής και τις απεργείες πείνας, και τον συντρόφευσε στο φαγητό.

Τέλος, ο κοντο-Λέβι πέρασε τα σύνορα˙ μκήκε στην Γαλλία. Αφού δεν είχε διαβατήριο, τον έπιασαν έπειτα από λίγες μέρες, του είπαν να ξεκουμπιστεί σε άλλη χώρα και τον άφησαν. «Το ίδιο θα ήταν αν μου είχαν πει να σκαρφαλώσω στο φεγγάρι», σχολίασε. Στράφηκε για βοήθεια στο Κόμμα˙ αλλά στην Γαλλία το Κόμμα δεν τον γνώριζε και του είπαν ότι πρώτα έπρεπε να πάρουν πληροφορίες από την πατρίδα του. Συνέχισε την περιπλάνηση˙ έπειτα από λίγες μέρες τον ξαναπιάσαν και τον καταδίκασαν σε τρεις μήνες φυλακή. Εξέτισε την ποινή του και παρέδωσε στον σύντροφό του στο κελί, έναν αλήτη, μια σειρά μαθημάτων με θέμα τις αποφάσεις του πιο πρόσφατου συνεδρίου του Κόμματος. Σε αντάλλαγμα, ο άλλος του έμαθε το μυστικό, πως δηλαδή να βγάζει το ψωμί του πιάνοντας γάτες και πουλώντας το τομάρι τους. Όταν πέρασαν τρεις μήνες, τον πήγαν νύχτα σε ένα δάσος στα βελγικά σύνορα. Οι χωροφύλακες του δώσανε ψωμί, τυρί κι ένα πακέτο γαλλικά τσιγάρα. «Τράβα ίσια», του είπαν, «Σε μισή ώρα θα είσαι στο Βέλγιο. Άμα σε ξαναπιάσουμε εδώ, θα σου σπάσουμε το κεφάλι».

Αρκετές βδομάδες ο κοντο-Λέβι περιπλανιόταν στο Βέλγιο. Στράφηκε ξανά στο Κόμμα για βοήθεια, αλλά πήρε την ίδια απάντηση που του είχαν δώσει στην Γαλλία. Αφού είχε χορτάσει πλατανάκια, δοκίμασε το γατεμπόριο. Τσάκωνε αρκετά εύκολα γάτες και, για κάθε τομάρι, αν ήταν από νεαρή γάτα χωρίς ψώρα, έπαιρνε λεφτά ίσα για μισή φρατζόλα ψωμί και ένα πακέτο καπνό τσιμπουκιού. Αλλά ανάμεσα στο τσάκωμα της γάτας και την πώληση, παρεμβαλλόταν μια μάλλον δυσάρεστη διαδικασία. Συντόμευε, βέβαια, αν άρπαζες την γάτα από τα αυτιά με το ένα χέρι και από την ουρά με το άλλο και της τσάκιζες την ραχοκοκαλιά πάνω στο γόνατό σου. Τις πρώτες φορές, σε έπιανε αναγούλα˙ αργότερα, το συνήθιζες… Δυστυχώς, τον ξαναπιάσανε έπειτα από λίγες βδομάδες, γιατί και στο Βέλγιο οι άνθρωποι έπρεπε να έχουν ταυτότητα. Ακολούθησαν, με την πρέπουσα σειρά, απέλαση, δεύτερη σύλληψη, φυλάκιση, απόλυση. Και μια νύχτα, δυο βέλγοι αστυφύλακες τον οδήγησαν σε ένα δάσος στα γαλλικά σύνορα. Του έδωσαν ψωμί, τυρί κι ένα πακέτο βελγικά τσιγάρα. «Τράβα ίσα», του είπαν, «σε μισή ώρα θα είσαι Γαλλία. Άμα σε ξαναπιάσουμε εδώ, θα σου σπάσουμε το κεφάλι».

Την επόμενη χρονιά η κοντο-Λέβι πέρασε λαθραία τρείς φορές τα σύνορα, και προς τις δύο κατευθύνσεις, με τη συνενοχή των γαλλικών ή των βελγικών αρχών – ανάλογα. Έμαθε ότι το παιχνίδι αυτό το έπαιζαν, χρόνια ολόκληρα, αρκετές εκατοντάδες άνθρωποι σαν κι αυτόν. Απευθύνθηκε ξανά και ξανά στο Κόμμα, γιατί η μεγαλύτερή ανησυχία του ήταν μην χάσει την επαφή με το κίνημα. «Περιμένουμε απάντηση. Αν είσαι μέλος του Κόμματος, πρέπει να σεβαστείς την κομματική πειθαρχεία». Κι ο κοντο-Λέβι συνέχιζε το γατεμπόριο και άφηνε να τον σέρνουν πότε από την μια, πότε από την άλλη μεριά των συνόρων. Χώρια που στην χώρα του είχε επιβληθεί η Δικτατορία. Πέρασε άλλος ένας χρόνος, και ο κοντο-Λέβι, που οι συνθήκες των ταξιδιών του δυσκολέψανε, άρχισε να φτύνει αίμα και να ονειρεύεται γάτες. Υπέφερε από την παραίσθηση ότι όλα μύριζαν γατίλα – το φαγητό, το τσιμπούκι του, ως και οι γριές πόρνες που του έδιναν μερικές φορές καταφύγιο. «Δεν μας έχουν απαντήσει ακόμα», έλεγε το Κόμμα. Πέρασε άλλος ένας χρόνος, και στο μεταξύ αποκαλύφθηκε ότι όλοι οι σύντροφοι που θα μπορούσαν να δώσουν στο Κόμμα τις απαραίτητες πληροφορίες για το παρελθόν του κοντο-Λέβι, είχαν δολοφονηθεί, φυλακιστεί ή εξαφανιστεί. «Φοβόμαστε ότι δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτε για την περίπτωσή σου», είπε το Κόμμα. «Δεν θα έπρεπε να είχες έρθει χωρίς επίσημη ειδοποίηση. Μπορεί και να το έσκασες, χωρίς την έγκριση του Κόμματος. Και που το ξέρουμε εμείς; Ένα σωρό χαφιέδες και προβοκάτορες προσπαθούν να μπουν κρυφά στο Κόμμα. Το Κόμμα οφείλει να επαγρυπνεί».

– Γιατί μου τα λέτε όλα αυτά; ρώτησε ο Ρουμπασόφ. Θα προτιμούσε να είχε φύγει από ώρα.

Ο κοντο-Λέβι έβαλε στο ποτήρι του μπύρα από την κάνουλα και χαιρέτησε με το τσιμπούκι του. «Γιατί είναι διδακτικά», είπε. «Αποτελούν τυπικό παράδειγμα. Θα μπορούσα να σας διηγηθώ εκατοντάδες παρόμοιες ιστορίες. Χρόνια ολόκληρα, οι καλύτεροί μας τσακίζονταν έτσι. Το Κόμμα απολιθώνεται ολοένα περισσότερο. Το κόμμα έχει αρθρίτιδα και κιρσούς σε όλα τα άκρα του. Δεν γίνεται έτσι επανάσταση».

Εγώ να δεις τι θα μπορούσα να σου πω για αυτό, σκέφτηκε ο Ρούμπασοφ˙ αλλά δεν μίλησε.

Πάντως, η ιστορία του κοντο-Λέβι είχε απροσδόκητα καλό τέλος. Ενώ εξέτιε στην φυλακή μια από τις αναρίθμητες καταδίκες του, του έβαλαν για συγκάτοικο στο κελί τον πρώην παλαιστή Πώλ. Ο Πώλ ήταν τότε λιμενεργάτης˙ και ήταν στην φυλακή, γιατί σε μια απεργία θυμήθηκε το παλιό του επάγγελμα και έκανε διπλό κεφαλοκλείδωμα σε έναν αστυφύλακα. Στην λαβή αυτή, περνάς τα χέρια κάτω από τις μασχάλες του αντιπάλου ενώ βρίσκεσαι από πίσω του, και πιέζεις το κεφάλι του προς τα κάτω ώσπου να αρχίσουν να τρίζουν οι σπόνδυλοι του λαιμού. Όταν έκανε την λαβή αυτή στο ρίνγκ, αποσπούσε ενθουσιώδη χειροκροτήματα˙ αλλά έμαθε, προς μεγάλη του λύπη, ότι στην πάλη των τάξεων αυτό το κεφαλοκλείδωμα δεν επιτρεπόταν. Ο κοντο-Λέβι και ο πρώην παλαιστής Πώλ έγιναν πρώτοι φίλοι. Αποκαλύφθηκε ότι ο Πώλ ήταν γραμματέας του τομέα λιμενεργατών του Κόμματος˙ όταν απολύθηκαν, έδωσε χαρτιά και δουλειά στον κοντο-Λέβι˙ και τον επανέγραψε στο Κόμμα. Έτσι, ο κοντο-Λέβι άρχισε ξανά να κάνει ομιλίες στους λιμενεργάτες με θέμα τον δαρβινισμό και το πρόσφατο Συνέδριο του Κόμματος – σαν να μην είχε γίνει τίποτα. Ήταν ευτυχισμένος και ξέχασε τις γάτες και την οργή του για τους γραφειοκράτες του Κόμματος. Έπειτα από ένα εξάμηνο, ανέλαβε πολιτικός γραμματέας του τομέα. Τέλος καλό, όλα καλά.

Και ο Ρουμπασόφ ευχήθηκε, με όλη του την καρδιά, έτσι που ένιωθε γέρος και κουρασμένος, να τελειώσουν όλα καλά. Αλλά ήξερε γιατί τον είχαν στείλει εκεί και, αν υπήρχε μια επαναστατική αρετή που δεν είχε κολλήσει, αυτή ήταν η αρετή να τρέφει αυταπάτες. Κοίταξε ήρεμα τον κοντο-Λέβι μέσα από τα γυαλιά του. Κι ενώ ο κοντο-Λέβι, που δεν κατάλαβε το νόημα του βλέμματος, ένοιωσε κάπως αμήχανα και τον χαιρέτησε χαμογελαστός με το τσιμπούκι του, ο Ρουμπασόφ σκέφτηκε τις γάτες. Διαπίστωσε με τρόμο ότι τα νεύρα του δεν ήταν σε καλή κατάσταση και ότι είχε παραπιεί, γιατί δεν μπορούσε να βγάλει από το μυαλό του την έμμονη ιδέα ότι έπρεπε να πιάσει το κοντο-Λέβι από τα αυτιά και από την ουρά και να τον τσακίσει πάνω στο γόνατό του – και την καμπουριασμένη του πλάτη, και τα όλα του. Ένοιωσε άσχημα και σηκώθηκε να φύγει. Ο κοντο-Λέβι τον συνόδεψε μέχρι το σπίτι˙ φαντάστηκε ότι είχε πιάσει τον Ρουμπασόφ μια ξαφνική κρίση μελαγχολίας και, από σεβασμό, δεν μίλησε. Μια βδομάδα αργότερα, ο κοντο-Λέβι αυτοκτόνησε – κρεμάστηκε.

Ανάμεσα σε αυτή την βραδιά και την αυτοκτονία του κοντο-Λέβι, μεσολάβησαν ορισμένες, μάλλον δραματικές, συγκεντρώσεις του πυρήνα του Κόμματος. Τα γεγονότα ήταν απλά.


Πριν δυο χρόνια, το Κόμμα είχε καλέσει τους εργάτες όλου του κόσμου να πολεμήσουν με πολιτικό και οικονομικό μποϋκοτάζ τη Δικτατορία που είχε εγκαθιδρυθεί πρόσφατα στην καρδιά της Ευρώπης. Κανένα προϊόν που θα προερχόταν από την χώρα του εχθρού δεν έπρεπε να αγοράζεται, κανένα φορτίο πρώτων υλών για την τεράστια πολεμική του βιομηχανία δεν έπρεπε να περάσει. Οι τομείς του Κόμματος υπάκουσαν με ενθουσιασμό στις εντολές. Οι λιμενεργάτες του μικρού λιμανιού αρνιόντουσαν να φορτώσουν ή να ξεφορτώσουν εμπορεύματα από αυτή ή προς αυτή την χώρα. Στο πλευρό τους στάθηκαν και άλλα συνδικάτα. Η απεργία κρατιόταν με μεγάλη δυσκολία˙ έγιναν και συγκρούσεις με την αστυνομία, με νεκρούς και τραυματίες. Η τελική έκβαση της μάχης ήταν ακόμα άδηλη, όταν μπήκε στο λιμάνι ένας στολίσκος από πέντε αλλόκοτα, παμπάλαια μαύρα φορτηγά βαπόρια. Το καθένα είχε γραμμένο στην πλώρη του το όνομα ενός μεγάλου ηγέτη της επανάστασης, με το ασυνήθιστο αλφάβητο που χρησιμοποιούσαν Εκεί, ενώ στην πρύμη του κυμάτιζε η σημαία της Επανάστασης. Οι απεργοί λιμενεργάτες τα χαιρέτησαν με ενθουσιασμό. Αμέσως άρχισαν να τα ξεφορτώνουν. Έπειτα από λίγες ώρες, αποκαλύφθηκε ότι το φορτίο ήταν σπάνια μέταλλα και προοριζόταν για την πολεμική βιομηχανία της χώρας την οποία μποϋκοτάρανε…

Ο τομέας λιμενεργατών του Κόμματος κάλεσε αμέσως σε συγκέντρωση την επιτροπή, όπου οι άνθρωποι το γύρισαν σε γροθιές. Η εσωτερική διαμάχη απλώθηκε στο κίνημα ολόκληρης της χώρας. Οι αντιδραστικές εφημερίδες εκμεταλλεύτηκαν το γεγονός και έκαναν σαρκαστικά σχόλια. Η αστυνομία σταμάτησε την προσπάθεια να σπάσει την απεργία, διακήρυξε την ουδετερότητά της κι άφησε τους λιμενεργάτες να αποφασίσουν μόνοι τους αν θα ξεφόρτωναν ή όχι το φορτίο του αλλόκοτου μαύρου στόλου. Η ηγεσία του Κόμματος έδωσε εντολή να λυθεί η απεργία και να ξεφορτωθούν τα βαπόρια. Πρόβαλε λογικές εξηγήσεις και πονηρά επιχειρήματα, για να δικαιολογήσει την στάση της Πατρίδας της Επανάστασης, αλλά πολύ λίγους έπεισε. Ο τομέας διασπάστηκε˙ τα παλιά μέλη αποχώρησαν. Για μήνες, το Κόμμα διήγε σκιώδη ύπαρξη˙ αλλά με τον καιρό, καθώς οξύνθηκε η βιομηχανική κρίση στην χώρα, το Κόμμα ανέκτησε τη λαϊκή υποστήριξη και την δύναμή του.

Είχαν περάσει τότε δυο χρόνια. Μια άλλη πεινασμένη Δικτατορία στην νότια Ευρώπη είχε αρχίσει έναν ληστρικό και κατακτητικό πόλεμο στην Αφρική. Και πάλι το Κόμμα κήρυξε μποϋκοτάζ. Γιατί, τούτη την φορά, οι κυβερνήσεις σχεδόν όλων των χωρών του κόσμου είχαν αποφασίσει να σταματήσουν να εφοδιάζουν με πρώτες ύλες των επιτιθέμενο.

Χωρίς πρώτες ύλες και, κυρίως, χωρίς πετρέλαιο, ο επιτιθέμενος θα ήταν χαμένος. Έτσι είχαν τα πράγματα, όταν ο αλλόκοτος μαύρος στολίσκος πήρε πάλι τον δρόμο του. Το μεγαλύτερο βαπόρι είχε το όνομα ενός ανθρώπου που είχε υψώσει την φωνή του εναντίον του πολέμου και είχε δολοφονηθεί˙ στα κατάρτια τους κυμάτιζε η σημαία της επανάστασης και στα αμπάρια τους μετέφεραν το πετρέλαιο για την επιτιθέμενο. Απείχαν μόλις μια μέρα από το λιμάνι, κι ο κοντο-Λέβι κι οι φίλοι του δεν ήξεραν ακόμα τίποτα για τον ερχομό τους. Αποστολή του Ρουμπασόφ ήταν να τους προετοιμάσει για το γεγονός αυτό.

Την πρώτη μέρα δεν είχε πει τίποτα – έκανε ανίχνευση του εδάφους. Το πρωί της δεύτερης μέρας άρχισε την συζήτηση στην αίθουσα συνεδριάσεων του Κόμματος.

Η αίθουσα ήταν μεγάλη, γυμνή, ακατάστατη κι επιπλωμένη με την χαρακτηριστική αφροντισιά που έκανε ολόιδια τα γραφεία του Κόμματος σε όλες τις χώρες του κόσμου. Αυτό οφειλόταν εν μέρει στην φτώχια, αλλά κυρίως σε μια παράδοση ασκητισμού και βλοσυρότητας. Οι τοίχοι ήταν σκεπασμένοι με παλιές εκλογικές αφίσες, πολιτικά συνθήματα και δακτυλογραφημένες ανακοινώσεις. Σε μια γωνιά, ήταν ένας σκονισμένος παλιός πολύγραφος. Σε μια άλλη, ορθωνόταν μια στοίβα παλιά ρούχα που προορίζονταν για τις οικογένειες των απεργών˙ δίπλα, ντάνες από κιτρινισμένες προκηρύξεις και μπροσούρες. Το μακρύ τραπέζι το αποτελούσαν δύο παράλληλες σανίδες που στηρίζονταν σε δυο στρίποδα. Τα παράθυρα ήταν πασαλειμμένα με μπογιές, σαν σε μισοτελειωμένες οικοδομές. Πάνω από το τραπέζι, κρεμασμένες με ένα κορδόνι από το ταβάνι, ήταν ένα γυμνός ηλεκτρικός λαμπτήρας και δίπλα του μια κολλώδη χάρτινη μυγοπαγίδα. Γύρω από το τραπέζι καθόταν ο καμπούρης ο κοντο-Λέβι, ο πρώην παλαιστής Πώλ, ο συγγραφέας Μπίλ και τρεις άλλοι.

Ο Ρουμπασόφ μίλησε κάμποση ώρα. Το περιβάλλον του ήταν οικείο˙ η γνώριμη ασχημιά, τον έκανε να αισθάνεται σαν στο σπίτι του. Στο περιβάλλον αυτό πείστηκε απόλυτα, για μιαν ακόμη φορά, για την αναγκαιότητα και την ωφελιμότητα της αποστολής του και αδυνατούσε να καταλάβει γιατί, στο πολυθόρυβο καπηλειό το περασμένο βράδυ, τον είχε πιάσει εκείνη η μελαγχολία. Εξήγησε αντικειμενικά και όχι χωρίς θέρμη, την πραγματική κατάσταση των πραγμάτων, χωρίς ακόμα να αναφέρει τον σκοπό της αποστολής του. Το παγκόσμιο μποϋκοτάζ εναντίον του επιτιθέμενου είχε αποτύχει, εξ αιτίας της υποκρισίας και της φιλοχρηματίας των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων. Μερικές κρατούσαν φαινομενικά το μποϋκοτάζ, άλλες δεν έκαναν καν αυτό. Ο επιτιθέμενος είχε ανάγκη από πετρέλαιο. Στο παρελθόν, η Πατρίδα της Επανάστασης, κάλυπτε σε σημαντικό μέρος αυτή του την ανάγκη. Αν τώρα διέκοπτε τον εφοδιασμό, άλλες χώρες θα ορμούσαν να καλύψουν το κενό: στην πραγματικότητα, αυτό που ήθελαν περισσότερο από καθετί, ήταν να αποκλείσουν από τις διεθνείς αγορές την Πατρίδα της Επανάστασης. Ρομαντικές χειρονομίες, όπως το μποϋκοτάζ, μόνο εμπόδια θα έφερναν στην ανάπτυξη της βιομηχανίας εκεί και, άρα, στο επαναστατικό κίνημα όλου του κόσμου. Άρα το συμπέρασμα που έβγαινε ήταν ξεκάθαρο.

Ο Πώλ και οι τρεις λιμενεργάτες έγνεψαν ναι. Ήταν κάπως αργόστροφοι˙ ότι τους έλεγε ο σύντροφος από Εκεί, το έβρισκαν απολύτως πειστικό˙ άλλωστε η ομιλία του ήταν θεωρητική, και δεν είχε άμεσο αντίκτυπο πάνω τους. Δεν αντιλήφθηκαν που το πήγαινε˙ κανενός το μυαλό δεν πήγε στο μαύρο στολίσκο που πλησίαζε στο λιμάνι τους. Μόνο ο κοντο-Λέβι και ο συγγραφέας αντάλλαξαν μια φευγαλέα ματιά. Ο Ρουμπασόφ την πρόσεξε. Έκλεισε την ομιλία του πιο ξερά, χωρίς θέρμη στη φωνή:

– Αυτά είχα να σας πω για τα ζητήματα αρχής. Περιμένουμε από εσάς να εκτελέσετε τις αποφάσεις της Κεντρικής Επιτροπής και να εξηγήσετε της λεπτομέρειες στους πολιτικά ανώριμους συντρόφους, αν τυχόν κάποιος από αυτούς έχει την παραμικρή αμφιβολία. Προς το παρόν δεν έχω τίποτα άλλο να πω.


Ακολούθησε μια σύντομη σιωπή. Ο Ρουμπασόφ έβγαλε τα γυαλιά και άναψε τσιγάρο. Ο κοντο-Λέβι είπε αδιάφορα:

– Ευχαριστούμε τον εισηγητή. Καμιά ερώτηση;

Κανένας δεν είχε. Μετά από λίγο ένας από τους τρεις λιμενεργάτες είπε αδέξια:

– Τα πολλά λόγια είναι φτώχια,. Οι σύντροφοι εκεί πρέπει να ξέρουν τι κάνουν. Εμείς, βέβαια, θα εξακολουθήσουμε να αγωνιζόμαστε για το μποϋκοτάζ. Να μας έχετε εμπιστοσύνη. Από το λιμάνι μας δεν πρόκειται να περάσει τίποτα για τα γουρούνια.

Οι δυο συνάδελφοί του έγνεψαν ναι. Ο παλαιστής Πώλ το επικύρωσε: «Από εδώ, όχι», έκανε μια πολεμοχαρή γκριμάτσα και ανεβοκατέβασε για αστείο τα αυτιά του.

Για μια στιγμή, ο Ρουμπασόφ νόμισε πως έχει απέναντί του μιαν οργανωμένη αντιπολίτευση˙ μόνο σιγά σιγά αντιλήφθηκε ότι οι άλλοι δεν είχαν καταλάβει τι προσπαθούσε να τους πει. Έριξε μια ματιά στον κοντο-Λέβι, με την ελπίδα ότι εκείνος θα έλυνε την παρεξήγηση. Μα ο κοντο-Λέβι είχε τα μάτια του χαμηλωμένα και δεν μιλούσε. Ξαφνιά, ο συγγραφές είπε, κάνοντας ένα νευρικό τικ:

– Δεν μπορούσατε να διαλέξετε τούτη την φορά άλλο λιμάνι για τις ποταπές συναλλαγές σας; Πρέπει να είμαστε πάντα εμείς;

Οι λιμενεργάτες τον κοίταξαν ξαφνιασμένοι˙ δεν κατάλαβαν γιατί μίλησαν για «ποταπές συναλλαγές»˙ η ιδέα του μαύρου στολίσκου, που πλησίαζε το λιμάνι τους τυλιγμένος σε ομίχλη και καπνό, ήταν μακριά από το μυαλό τους περισσότερο από κάθε άλλη φορά. Αλλά ο Ρουμπασόφ είχε προετοιμαστεί για αυτή την ερώτηση:

– Αυτό επιβάλλουν πολιτικοί και γεωγραφικοί λόγοι, είπε. Το φορτίο θα μεταφερθεί από εδώ και πέρα δια ξηράς. Δεν έχουμε, φυσικά, κανένα λόγο να κρύψουμε τίποτα, αλλά είναι πιο συνετό να αποφύγουμε το θόρυβο, που ενδέχεται να τον εκμεταλευτεί ο αντιδραστικός τύπος.

Ο συγγραφέας αντάλλαξε άλλη μια ματιά με τον κοντο-Λέβι. Οι λιμενεργάτες κοίταξαν τον Ρουμπασόφ με τρόπο που έδειχνε πως δεν είχαν καταλάβει˙ φαίνονταν να επεξεργάζονται αργά μέσα στο κεφάλι τους τα όσα άκουσαν. Ξαφνικά, ο Πώλ είπε, με αλλοιωμένη βραχνή φωνή:

– Τι ακριβώς μας λέτε;

Όλοι τον κοίταξαν. Ο σβέρκος του είχε κοκκινίσει, και κοίταξε τον Ρουμπασόφ με γουρλωμένα μάτια. Ο κοντο-Λέβι είπε μαλακά:

– Τους βλέπετε, τουλάχιστον;

Ο Ρουμπασόφ τους κοίταξε, τον έναν μετά τον άλλο, και πρόσθεσε ήρεμα:

– Παρέλειψα να σας πω τις λεπτομέρειες. Τα πέντε φορτηγά βαπόρια του Κομισαριάτου του Εξωτερικού Εμπορίου αναμένεται να καταφτάσουν αύριο το πρωί, καιρού επιτρέποντος.

Και τώρα ακόμα χρειάστηκε να περάσει κάμποση ώρα πριν καταλάβουν όλοι. Κανένας δεν είπε λέξη. Όλοι κοίταζαν τον Ρουμπασόφ. Έπειτα, ο Πώλ σηκώθηκε αργά, πέταξε κάτω το καπέλο του και βγήκε από την αίθουσα. Δυο συνάδελφοί του τον ακολούθησαν με τα μάτια. Κανένας δεν μίλησε. Έπειτα ο κοντο-Λέβι ξερόβηξε και είπε:

– Ο σύντροφος εισηγητής μας επεξήγησε τους λόγους που τους υποχρέωσαν να κάνουν αυτή την δουλειά: αν δεν δώσουν αυτοί τα εφόδια, θα τα δώσουν άλλοι. Ποιος άλλος θέλει να μιλήσει;

Ο λιμενεργάτης που είχε κιόλας μιλήσει, κουνήθηκε λιγάκι στην καρέκλα του και είπε:

– Τον ξέρουμε αυτόν τον χαβά. Σε κάθε απεργία, υπάρχουν πάντα άνθρωποι που λένε: αν δεν κάνω εγώ την δουλειά, θα την κάνει κάποιος άλλος. Έχουμε μπουχτίσει να ακούμε τέτοια. Έτσι μιλάνε οι απεργοσπάστες.

Ακολούθησε σιωπή. Ακούστηκε από έξω η εξώπορτα, που την βρόντηξε ο Πώλ. Έπειτα ο Ρουμπασόφ είπε:

– Σύντροφοι, τα συμφέροντα της βιομηχανικής μας ανάπτυξης Εκεί μπαίνουν πιο ψηλά από οτιδήποτε άλλο. Οι συναισθηματισμοί δεν μας βοηθούν να προχωρήσουμε καθόλου. Σκεφτείτε το καλά.

Ο λιμενεργάτης τίναξε μπροστά το πηγούνι του και είπε:

– Το έχουμε κιόλας σκεφτεί καλά. Έχουμε μπουχτίσει να ακούμε τέτοια. Εσείς εκεί πρέπει να δίνετε το παράδειγμα. Αυτό περιμένει από εσάς όλος ο κόσμος. Μιλάτε για αλληλεγγύη και θυσίες και πειθαρχία, και την ίδια στιγμή σπάτε με τον στόλο σας το μποϋκοτάζ.

Μόλις τελείωσε, ο κοντο-Λέβι σήκωσε ξαφνικά το κεφάλι˙ είχε χλομιάσει˙ χαιρέτησε τον Ρουμπασόφ με το τσιμπούκι του και είπε χαμηλόφωνα και πολύ γρήγορα:

– Αυτό που είπε ο σύντροφος είναι και η δική μου γνώμη. Έχει κανείς άλλος τίποτα να πει; Η συνεδρίαση λύεται.

Ο Ρουμπασόφ βγήκε από την αίθουσα σέρνοντας τις πατερίτσες. Τα γεγονότα ακολούθησαν την προδιαγεγραμμένη και αναπότρεπτη πορεία τους. Την ώρα που ο παμπάλαιος στολίσκος έμπαινε στο λιμάνι, ο Ρουμπασόφ αντάλλαξε ορισμένα τηλεγραφήματα με τις αρχές Εκεί. Τρεις μέρες αργότερα, οι ηγέτες του τομέα των λιμενεργατών είχαν διαγραφεί από το Κόμμα, και το επίσημο όργανο του Κόμματος κατάγγειλε τον κοντο-Λέβι ως προβοκάτορα. Έπειτα από τρεις μέρες, ο κοντο-Λέβι κρεμάστηκε.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: