Μνήμη, προσωπικές ιστορίες και δυναμικά συστήματα

Το τι γνωρίζουμε για τον κόσμο, πως κατορθώνουμε να το μάθουμε και πως αντιπροσωπεύεται η γνώση αυτή στον εγκέφαλο μας είναι από τα πιο δύσκολα ερωτήματα των σύγχρονων γνωσιακών επιστημών. Η γνώση φαίνεται να είναι η άρρηκτη συνέχεια της μνήμης. Όταν αναφερόμαστε στη μνήμη εννοούμε τόσο μία συγκεκριμένη γνωστική διαδικασία, αλλά και το ίδιο το περιεχόμενο της μνήμης, τις αναμνήσεις και τις έννοιες. Οι αναμνήσεις, λοιπόν, η μνήμη του χωροχρόνου είναι αναπόσπαστο κομμάτι της επίγνωσης του εαυτού μας, ο πυρήνας της προσωπικής μας ιστορίας. Η ατομική ταυτότητα του κάθε ανθρώπου δομείται σε μεγάλο βαθμό από τη χρονική συνέχεια των εμπειριών του (βιωματικές μνήμες) και την ικανότητα να τις συνθέτει και να τις γενικεύει (διαδικασία της σκέψης). Ειδικά η σημασιολογική μνήμη αφορά την ικανότητα ανάκλησης πληροφορίας υπό τη μορφή γενικών εννοιών (γνώση), χωρίς να είναι απαραίτητη η ανάκληση των περιστάσεων κάτω από τις οποίες η πληροφορία αυτή παγιώθηκε. Η σημασιολογική μνήμη είναι, δηλαδή, ο πυρήνας των γνώσεών μας.

Φαίνεται λοιπόν ότι η διατύπωση μιας τεκμηριωμένης θεωρίας κρύβει ή ξεκινάει από κάποιες βασικές έννοιες που έχουν αποκτηθεί μέχρι τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή. Είναι οι θεμελιώδεις, πρωταρχικές έννοιες, η επιλογή και ο συνδυασμός των οποίων μέσω της διαδικασία της σκέψης θα δομήσουν την θεωρία μας αλλά και που μπορεί και να οδηγήσουν στη δημιουργία νέων εννοιών. Η παραπάνω άποψη δεν συνιστά κάτι καινούργιο ούτε στη γνωστική ψυχολογία αλλά ούτε και στη φιλοσοφία. Για παράδειγμα, το 1927 οι μαθηματικοί Whitehead και Russell στο κλασσικό βιβλίο τους Principia Mathematica υποστηρίζουν ότι όλες οι μαθηματικές αλήθειες μπορούν να προκύψουν λογικά από ορισμένες θεμελιώδεις έννοιες με κάποιες βασικές αρχές συμπερασμού. Η εξ’ ορισμού μη περαιτέρω ανάλυση αυτών των θεμελιωδών εννοιών (η θεμελιώδης γνώση των γνωστικών ψυχολόγων) συνιστά μία φιλοσοφική διαμάχη που πραγματοποιήθηκε (και συνεχίζει να πραγματοποιείται) κυρίως από μαθηματικούς φιλόσοφους (βλέπε Gödel, Hilbert, Turring), αλλά δεν αποτελεί αντικείμενο της συγκεκριμένου κειμένου.

Συνεπώς, κάθε άποψη που εκφράζει καθένας έχει από πίσω της ένα ‘μυστικό’, μία θεμελιώδη έννοια που για λόγους ειλικρίνειας καλό είναι να φανερώνεται από την αρχή. Ο φιλόσοφος της επιστήμης T.S. Kuhn προβάλλει την ιδέα ότι η παρατήρηση είναι έμφορτη θεωρίας, ότι οι επιστήμονες “βλέπουν” ό,τι τους υπαγορεύει η εκάστοτε θεωρία την οποία ασπάζονται. Η βασική θεμελιώδη παραδοχή στο παρόν κείμενο είναι η επιστημονική (φυσική) εξήγηση του κόσμου (και του νου). Με άλλα λόγια, πιστεύω (και είναι περίεργο που εισέρχεται το συγκεκριμένο ρήμα εδώ) ότι άλλες θεωρίες όπως ο δυϊσμός του εγκεφάλου και νου, είναι διαπραγματεύσιμες, αλλά τελικά η συζήτηση θα καταλήξει σε αδιέξοδο: ο δυϊσμός δεν περιλαμβάνεται στις βασικές έννοιες του εννοιολογικού μου συστήματος στην παρούσα χρονική στιγμή.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Advertisements

Για τις Νέες Επιστήμες του Εγκεφάλου

brain6

Το παρόν κείμενο αποτελεί το εισαγωγικό μέρος του βιβλίου «Οι Νέες Επιστήμες του Εγκεφάλου: κίνδυνοι και προοπτικές» το οποίο επιμελήθηκαν οι Dai Rees(1) και Steven Rose(2). Τα κείμενα που αποτελούν τα κεφάλαια του βιβλίου αυτού προέκυψαν ως αποτέλεσμα δυο συνεδρίων που πραγματοποιήθηκαν το 2001 και το 2002. Το πρώτο, «Κίνδυνοι και προοπτικές των νέων επιστημών του εγκεφάλου», συνδιοργανώθηκε από το ίδρυμα Wenner-Gren και από το Ευρωπαικό Ίδρυμα Επιστήμης (European Science Foundation) στη Στοκχόλμη, στο κέντρο του ιδρύματος Wenner-Gren. Το δεύτερο, με θέμα «Επιστήμη και ανθρώπινο υποκείμενο της πράξης» ήταν κοινό συνέδριο της Βασιλικής Εταιρίας και του κολεγίου Gresham και έγινε στο Λονδίνο. Σύμφωνα με τους επιμελητές, ο σκοπός του βιβλίου αυτού είναι να αποσαφηνιστούν οι σκέψεις της ίδιας της νευροεπιστημονικής κοινότητας σχετικά με τα διάφορα ζητήματα που προκύπτουν από την επέκταση των νέων επιστημών του εγκεφάλου και συνάμα τα ζητήματα αυτά να κατασταθούν προσιτά στο ευρύ κοινό ώστε να πυροδοτηθεί μια συζήτηση γύρω από το πού πηγαίνει η επιστήμη αυτή και προπάντων γύρω από τις ιατρικές, νομικές, ηθικές και κοινωνικές της διαστάσεις.

Η άνοδος της νευροεπιστήμης

Η κυβέρνηση των ΗΠΑ ανακήρυξε την δεκαετία 1990 «δεκαετία του εγκεφάλου». Η τεράστια εξάπλωση των νευροεπιστημών, κατά την δεκαετία αυτή, οδήγησε πολλούς να εισηγηθούν την ανάδειξη των δέκα πρώτων χρόνων του νέου αιώνα ως «δεκαετίας του νού». Η εκμετάλλευση της τεχνολογικής επιτυχίας του Προγράμματος του ανθρώπινου γονιδιώματος, η κατανόηση – ακόμα και η αποκωδικοποίηση – του σύνθετου αλληλένδετου πλέγματος των γλωσσών του εγκεφάλου και του νου, έχει φθάσει να φαίνεται ως το τελικό όριο της επιστήμης. Με τα εκατό δισεκατομμύρια νευρικά του κύτταρα – και με τα εκατό τρισεκατομμύρια των διασυνδέσεων τους – ο ανθρώπινος εγκέφαλος είναι το πιο πολύπλοκο φαινόμενο στο γνωστό σύμπαν (εξαιρώντας φυσικά την αλληλεπίδραση ανάμεσα στα περίπου 6 δισεκατομμύρια αυτών των εγκεφάλων και των κατόχων τους, εντός του κοινωνικοτεχνολογικού πολιτισμού του πλανητικού μας οικοσυστήματος).

Η ερευνητική προσπάθεια που γίνεται τώρα στις νευροεπιστήμες σε πλανητική κλίμακα, κατά πρώτο λόγο στις ΗΠΑ, αλλά με την Ευρώπη και την Ιαπωνία να ακολουθούν από κοντά, τις έχει μετατρέψει από κλασικές «μικροεπιστήμες» σε μεγάλη βιομηχανία που απασχολεί πολυπληθείς ομάδες ερευνητών, απορροφώντας δισεκατομμύρια δολαρίων από την κυβέρνηση – συμπεριλαμβανομένης της στρατιωτικής της πτέρυγας – και από την φαρμακευτική βιομηχανία. Αυτή η ανάπτυξη δεν μπορεί να γίνει κατανοητή ξέχωρα από τις κοινωνικές και οικονομικές δυνάμεις που ωθούν προς τα εμπρός την επιστήμη.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Ψυχή και Σώμα

3451707719_44c938d286

Απόσπασμα από το βιβλίο «Το Νόημα της Ζωής» του Alfred Adler.

Σήμερα δεν αμφιβάλλουμε πια ότι αυτό που ονομάζουμε σώμα έχει την τάση της ολοκλήρωσης. Γενικά το άτομο μπορεί σ’ αυτήν την άποψη να παρομοιαστεί με το ζωντανό κύτταρο. Και τα δύο διαθέτουν λανθάνουσες και φανερές δυνάμεις που από το ένα μέρος δίνουν αφορμή για ολοκλήρωση και περιορισμό και από το άλλο για την προσάρτηση άλλων μερών. Η ουσιαστική διαφορά βρίσκεται βέβαια στον μεταβολισμό του κυττάρου σε αντίθεση προς την αυτάρκεια του ατόμου. Η κίνηση μέσα και έξω από το κύτταρο και το άτομο δεν παρουσιάζει και αυτή βασικές διαφορές. Τα ηλεκτρόνια επίσης δεν βρίσκονται ποτέ σε κατάσταση ησυχίας και μια τάση προς αυτή την κατάσταση, όπως διατύπωσε ο Φρόυντ στην θεωρία του της επιθυμίας για τον θάνατο, δεν συναντιέται πουθενά στην φύση. Αυτό που κάνει το άτομο και το κύτταρο να ξεχωρίζουν καθαρά μεταξύ τους είναι η αφομοιωτική απεκκριτική διαδικασία του ζωντανού κυττάρου που δίνει την δυνατότητα για ανάπτυξη, για διατήρηση της μορφής, για πολλαπλασιασμό και για τάση προς μια ιδανική μορφή.

Αν το ζωντανό κύτταρο, αδιάφορο από πού έχει προέλθει, ήταν τοποθετημένο σε ένα ιδανικό περιβάλλον που να του εξασφάλιζε άνετα την αιώνια διατήρηση – μια αδιανόητη βέβαια περίπτωση -, θα έμενε πάντα το ίδιο. Κάτω από την πίεση δυσκολιών αυτό που ονομάζουμε διαδικασία της ζωής αναγκάστηκε να καταφύγει σε ορισμένες προφυλακτικές και διορθωτικές ενέργειες. Οι δοσμένες στη φύση και σίγουρα και στην αμοιβάδα ακόμη υπάρχουσες άπειρες διαφορές οδηγούν τα καλύτερα εξοπλισμένα και τοποθετημένα πλάσματα σε επιτυχία και τα κάνουν να βρίσκουν την καλύτερη μορφή και έτσι την καλύτερη προσαρμογή. Στα δισεκατομμύρια χρόνια που υπάρχει ζωή πάνω στη γη βρέθηκε προφανώς αρκετός χρόνος για να διαμορφωθεί με τη διαδικασία της ζωής από το απλούστατο κύτταρο ο Άνθρωπος και να εξαφανιστούν μυριάδες πλάσματα που δεν άντεξαν στην σκληρότητα των επιθέσεων του περιβάλλοντός τους.

Σ’ αυτή την άποψη, που συνδέει βασικές θεωρίες του Δαρβίνου και του Λαμάρκ, πρέπει να θεωρηθεί η «διαδικασία της μάθησης» σα μια τάση που διατηρεί την σταθερή της πορεία στο ρεύμα της εξέλιξης με έναν αιώνιο σκοπό της προσαρμογής στις απαιτήσεις του περιβάλλοντος.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »