Ναι, εγώ ξεκοίλιασα τον δοσίλογο μέσα στο Δικαστήριο

Τραγανίτης2

Γιώργης Βρέντζος: (Τηγανίτης): Ο θρυλικός ανωγειανός εκδικητής που σκότωσε μέσα στο δικαστήριο τον φασίστα- γκεσταμπίτη, συνεργάτη των Γερμανών, Μαγιάση

Ένας αητός τω Βρέντζηδω σκότωσε το Μαγιάσηκι όλοι μαζί φωνάξαμε η χέρα του ν’ αγιάσει. Μέσα στο δικαστήριο γιατί ’χενε σκοτώσει κι έπρεπε οπωσδήποτε αίμα κι αυτός να δώσει.

Στα μέσα του Απρίλη του 1947, δικαζόταν από το Δικαστήριο των δοσιλόγων Ηρακλείου ο γκεσταμπίτης-συνεργάτης των Ναζί, Μαγιάσης. Στις 30 του μήνα ο ανωγειανός Γιώργης Βρέντζος και κατά κόσμον «Τηγανίτης» (στην Κρήτη και ιδίως στο Μυλοπόταμο, συνηθίζουν πολύ τα παρανόμια, δηλαδή τα παρατσούκλια) μπαίνει στο ακροατήριο και ορμά προς το εδώλιο, καταφέρνοντας δυο μαχαιριές στην κοιλιακή χώρα του σιχαμένου προδότη! Αιτία; Ο Μαγιάσης κάρφωσε τον αδελφό του Τηγανίτη, Βρεντζομιχάλη, στους Ναζί, διότι είχε δώσει ψωμί και νερό στους ΕΛΑΣίτες (προφανώς πρόκειται για τα τμήματα των καπετάνιων Σμπώκου και Ποδιά). Ο Βρεντζομιχάλης πλήρωσε την πράξη του αυτή με την εκτέλεσή του στο οροπέδιο της Νίδας, στον Ψηλορείτη, από τους Σουμπερίτες.

Να πως παρουσίασε το γεγονός η κρητική εφημερίδα «Ελεύθερη Γνώμη» της Πρωτομαγιάς 1947: «Χθες το πρωί δικαζόταν στο Δικαστήριο Δοσιλόγων Ηρακλείου ο γνωστός προδότης Μαγιάσης για την εκτέλεση του Μιχαήλ Βρέντζου από τ’ Ανώγεια που είχε κάμει ο ίδιος στη Νίδα. Κατά την ώρα της συνεδριάσεως στις 11.30΄ περίπου και ενώ εξεταζόταν ο μάρτυρας κατηγορίας και αδελφός του εκτελεσθέντος Γεώργιος Βρέντζος γύρισε και κτύπησε δυο φορές με μαχαίρι τον κατηγορούμενο δοσίλογο στην κοιλιακή χώρα. Αμέσως δε κατέθεσε στην έδρα του δικαστηρίου το μαχαίρι και παραδόθηκε στη φρουρά της αίθουσας. Ο Μαγιάσης μεταφέρθηκε στο Νοσοκομείο. Τα τραύματά του είναι βαρύτατα».

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Ο Σκοπός και τα Μέσα

Απόσπασμα από το βιβλίο «Το Μηδέν και το Άπειρο» του Άρθουρ Κάισλερ. Όπως ο ίδιος ο συγγραφέας αναφέρει στις πρώτες σελίδες του βιβλίου: «Τα πρόσωπα του βιβλίου είναι φανταστικά. Οι ιστορικές περιστάσεις που καθόρισαν τις πράξεις τους είναι πραγματικές. Η ζωή του Ν. Σ. Ρουμπασόφ είναι μια σύνθεση από τις ζωές πολλών ανθρώπων που έπεσαν θύματα των λεγόμενων Δικών της Μόσχας. Ορισμένους από αυτούς τους γνώριζα προσωπικά. Αφιερώνω το βιβλίο στην μνήμη τους».

Το Απόγευμα ο Ρουμπασόφ ένιωθε ακόμα χειρότερα. Σε τακτά χρονικά διαστήματα είχε ρίγη. Κι είχε αρχίσει να του ξαναπονάει το δόντι – ο δεξιός πάνω κυνόδοντας, που συνδεόταν με το κογχικό οπτικό νεύρο. Δεν είχε βάλει μπουκιά στο στόμα από την ώρα που τον είχαν πιάσει, μα δεν πεινούσε. Προσπάθησε να συγκεντρωθεί, μα τα κρύα ρίγη που τον τράνταζαν σύγκορμο και η φαγούρα και το γρατσούνισμα στο λαρύγγι δεν τον άφηναν. Οι σκέψεις του περιστρέφονταν διαδοχικά γύρω από δύο άξονες: την απεγνωσμένη δίψα του για τσιγάρο και την φράση «Θα πληρώσω».

Οι αναμνήσεις τον κατέκλυζαν˙ βομβούσαν και βούιζαν πνιχτά στα αυτιά του. Πρόσωπα και φωνές εμφανίζονταν και εξαφανίζονταν˙ ολόκληρο το παρελθόν πονούσε και πυορροούσε σε κάθε άγγιγμα. Το παρελθόν ήταν το κίνημα, το Κόμμα˙ παρόν και μέλλον ήταν πάλι το Κόμμα, αναπόσπαστα δεμένα με το πεπρωμένο του Κόμματος˙ αλλά το παρελθόν του ταυτιζόταν με το Κόμμα. Και ξαφνικά τέθηκε υπό αμφισβήτηση αυτό ακριβώς το παρελθόν. Το ζεστό, σφριγηλό σώμα του Κόμματος του φάνηκε γεμάτο πληγές που πυορροούσαν και τραύματα που αιμορραγούσαν. Πότε και που στην Ιστορία υπήρξαν ποτέ τόσοι άγιοι με φυσικά κουσούρια; Πότε μια δίκαιη υπόθεση είχε εκπροσωπηθεί χειρότερα; Αν το Κόμμα ενσάρκωνε την βούληση της Ιστορίας, τότε η Ιστορία είχε φυσικά κουσούρια.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Για τις ρίζες του Ισπανικού αναρχισμού

Απόσπασμα από το πολύ γνωστό βιβλίο “Το σύντομο καλοκαίρι της Αναρχίας” του Hans Enzensberger. Είναι το δεύτερο ιστορικό σχόλιο του συγγραφέα και αφορά την εποχή πριν την επανάσταση του 1936. Είναι ένα πολύ καλό άρθρο για το ισπανικό αναρχικό κίνημα και τον τρόπο με τον οποίο αυτό αναδύθηκε μέσα από την παραδοσιακή προκαπιταλιστική ισπανική κοινωνία.

Μια μέρα του Οχτώμβρη του 1868, έφτασε στην Μαδρίτη ένας Ιταλός, ο Τζουζέπε Φανέλλι. Ήταν περίπου σαράντα χρονών, μηχανικός στο επάγγελμα˙ είχε ένα πυκνό μαύρο γένι, σπινθηροβόλα μάτια, ήταν ψηλός και έδειχνε μια έντονη αποφασιστικότητα. Αμέσως μετά την άφιξή του αναζητούσε μία διεύθυνση που είχε γραμμένη στο σημειωματάριό του: ένα καφενείο όπου συνάντησε μια ομάδα εργατών. Οι περισσότεροι ήταν τυπογράφοι στα μικρά τυπογραφία της Ισπανικής πρωτεύουσας.

«Η φωνή του είχε έναν μεταλλικό ήχο και ο τόνος της προσαρμοζότανε απόλυτα σε αυτό που είχε να πει. Από θυμό και απειλή, όταν μιλούσε για τυράννους και εκμεταλλευτές, άλλαζε ο τόνος της φωνής του σε θλίψη, πόνο και ενθάρρυνση όταν μιλούσε για τα βάσανα των καταπιεσμένων. Το περίεργο της υπόθεσης ήταν ότι δεν ήξερε καθόλου Ισπανικά. Μιλούσε ή Γαλλικά, μια γλώσσα που μερικοί από εμάς ελάχιστα καταλάβαιναν, ή Ιταλικά, όπου εμείς κρατιόμασταν όσο καλύτερα γινόταν στις ομοιότητες που έχει αυτή η γλώσσα με την δική μας. Κι όμως οι σκέψεις του ήταν τόσο ξεκάθαρες που όταν τελείωσε μας είχε συνεπάρει ένας ασύγκριτος ενθουσιασμός». Ακόμα και μετά από τριάντα δύο χρόνια μπορεί ο αφηγητής Ανσέλμο Λορέντσο, ένας απ’ τους πρώτους Ισπανούς αναρχικούς, να τσιτάρει κατά λέξη το Φανέλλι, τον «Απόστολο», και να θυμηθεί το ρίγος που διέτρεξε την πλάτη του, όταν εκείνος φώναξε: «Cosa orribile spaventosa

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Ο Παπαλάνγκι δεν έχει χρόνο

VA_Images_1000BW0382-01

Ο Παπαλάνγκι αγαπάει πολύ το στρογγυλό μέταλλο και το βαρύ χαρτί, του αρέσει να βάζει στην κοιλιά του πολλά υγρά από σκοτωμένα φρούτα και κρέας από το γουρούνι και το μοσχάρι και από άλλα τρομερά ζώα, προπάντων όμως αγαπάει και αυτό που δεν πιάνεται και που όμως υπάρχει – το χρόνο. Κάνει πολύ φασαρία και λέει πολλές ανοησίες γι ‘ αυτόν. Παρόλο που ο χρόνος ποτέ δεν είναι περισσότερος απ’ όσο χωράει στο διάστημα μεταξύ ανατολής και δύσης του ήλιου, για τον Παπαλάνγκι ποτέ δεν είναι αρκετός.

Ο Παπαλάνγκι είναι μόνιμα δυσαρεστημένος με το χρόνο του και κατηγορεί το μεγάλο Πνεύμα που δεν του έχει δώσει περισσότερων. Βλαστημάει μάλιστα το θεό και τη μεγάλη του σοφία, χωρίζοντας και κατακομματιάζοντας κάθε νέα μέρα σύμφωνα μ’ ένα ορισμένο σχέδιο. τον κατακόβει ακριβώς όπως όταν κόβουμε εμείς μ’ ένα μεγάλο σουγιά σταυρωτά μία μαλακιά καρύδα. Όλα τα κομμάτια έχουν τ’ όνομά τους: δευτερόλεπτο, λεπτό, ώρα. Το δευτερόλεπτο είναι μικρότερο από το λεπτό κι αυτό μικρότερο από την ώρα, όλα μαζί κάνουν την ώρα και θα πρέπει κανείς να έχει εξήντα λεπτά και πολύ περισσότερα ακόμη δευτερόλεπτα για να έχει τόσα όσα και μία ώρα. Αυτό είναι μία μπερδεμένη υπόθεση, που ποτέ δεν καλοκατάλαβα, γιατί μ’ αηδιάζει να ξοδεύω περισσότερες σκέψεις απ’ όσες είναι απαραίτητες για τέτοια παιδιάστικα πράγματα. Ο Παπαλάνγκι όμως το ‘χει κάνει επιστήμη. Οι άντρες, οι γυναίκες και ακόμη και τα παιδιά, που μόλις μπορούν και στέκονται όρθια, φοράν στο πανί τους, δεμένη με χοντρή μετάλλινη αλυσίδα και κρεμασμένη στο λαιμό ή δεμένη με ένα λουρί στον καρπό του χεριού, μία μικρή, επίπεδη. στρογγυλή μηχανή, απ’ όπου μπορούν να διαβάζουν το χρόνο. Αυτό το διάβασμα δεν είναι εύκολο. Κάνουν εξάσκηση με τα παιδιά, κρατώντας τη μηχανή στ’ αυτί τους, ώστε να τους γεννηθεί η επιθυμία να μάθουν να διαβάζουν το χρόνο.

Μία τέτοια μηχανή, που μπορεί κανείς εύκολα να τη σηκώσει πάνω σε δύο δάχτυλα, είναι μέσα στην κοιλιά της όμοια με τις μηχανές στην κοιλιά των μεγάλων πλοίων, που όλοι σας γνωρίζετε. Υπάρχουν όμως και μεγάλες και βαριές χρονομηχανές. Αυτές βρίσκονται στο εσωτερικό της καλύβας ή κρέμονται στην πιο ψηλή κορφή του σπιτιού για να φαίνονται από πολύ μακριά. Όταν έχει περάσει ένα μέρος του χρόνου, αυτό το δείχνουν κάτι μικρά δάχτυλα στην εξωτερική πλευρά της μηχανής, ενώ ταυτόχρονα αυτή κράζει ένα πνεύμα και χτυπάει πάνω στο σίδερο μέσα στην καρδιά της. Ένα τρομερό βουητό και σαματάς ακούγεται σε μία ευρωπαϊκή πόλη όταν ένα μέρος του χρόνου έχει περάσει.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Εκείνη η προέλαση της 5ης Μεραρχίας…

war3


Ήμουνα τότες είκοσι χρονώ – φοιτητούδι εθελοντής – και τώρα πια είμαι μεστός άντρας. Ως τόσο η θύμηση εκείνης της προέλασης μού κάθεται σα βραχνάς, και καταλαβαίνω πως δε θα μου ξεπλακώσει τα στήθια ως που να μου βάλουν το κεραμίδι στα χείλια. Μια προέλαση. Είδες τι απλή και πόσο ήμερη λέξη. Μια προέλαση. Έτσι δα σαν τη διαβάζει κανένας μέσα στ’ ανακοινωθέντα των Στρατηγών, χωρίς να ’χει βουτήξει μέσα σ’ αυτό το φοβερό βούρκο από αίμα από λάσπη κι από αντρίκιες βαρβατιές, που λέγεται «πόλεμος», φαντάζεται την προέλαση σαν παράτα στρατιωτική. Τη φαντάζεται σαν ένα πέρασμα στρατευμάτων γεμάτο από δόξα, από περηφάνια κι από θρίαμβο, γεμάτο από λαμπρότητα, με σημαίες μεταξωτές γαλάζιες που μπατσίζουν χαρούμενα τον αγέρα, κουνάνε αξιόπρεπα πάνου απ’ τις γυμνές λόγχες των στρατιωτών τις χρυσές τους τις φούντες, και υψώνουν τους ασημένιους των σταυρούς όλο αχτίνες μέσα στον ήλιο. Οι αξιωματικοί είναι ωραίοι μέσα στις στολές τους, πάνου σε περήφανα άτια που ‘ναι στολισμένα με μπρούτζινα φάλαρα και χλιμιντράν οργισμένα. Και ο λαός, ξεφρενιασμένος πια απ’ τη χαρά του, ρίχνει λουλούδια στα πόδια των νικητών, κι οι κοπέλες στέλνουν φιλιά και χαμόγελα, κάτου από λευκές γιορτάσιμες γιρλάντες.

Όμως τα πράματα γίνουνται κάπως αλλιώτικα. Είναι κρίμα που ’ναι έτσι, μα γίνουνται κάπως αλλιώτικα. Η προέλαση της 5ης Μεραρχίας…

Ήταν μια μαύρη νύχτα με σκοτάδι πηχτό, γλιστερό, θαρρείς σαπισμένο απ’ την υγρασία. Ο στρατός μας κοιμήθηκε μέσα σ’ ένα κάμπο, με χώμα λασπωμένο βαθειά. Ήτανε μια Μεραρχία ολάκαιρη που κοιμούτανε έτσι βαθειά και βαρειά, πλακωμένη κάτου απ’ το βρεγμένο σκοτάδι. Μια Μεραρχία άντρες αποσταμένοι, αποκανωμένοι απ’ την υπεράνθρωπη κούραση κι απ’ το αδιάκοπο ξαγρύπνισμα. Θυμάμαι πολύ καλά που πορπάτηξα εκείνο το βράδυ κοιμισμένος, ολότελα κοιμισμένος, ίσαμε μισή ώρα. Είναι ένα απάνθρωπο πράμα να κοιμάσαι ολότελα και όμως να πορπατάς φορτωμένος με ντουφέκι, με σφαίρες και μ’ ένα ασήκωτο γομάρι από βρεγμένες κουβέρτες στην πονεμένη σου ράχη. Όταν διατάξανε οι διμοιρίτες «αλτ», χτύπησα το μούτρο μου στην καραβάνα του μπροστινού μου συντρόφου που στάθηκε, και ξύπνησα από τον πόνο. Κατόπι μας είπανε: «Κοιμηθείτε τώρα!» Μιαν ευτυχία ανυπόφορη πήγε τότες να φουντώσει ξαφνικά σα φλόγα χαράς μέσα απ’ τα σωθικά μας. Μα δεν πρόφταξε και λούφαξε πριν ξελοχίσει ακόμα, πνιγμένη από το μαύρο, το μαλλιαρό, το απονεκρωτικό σύνεφο του ύπνου. Πέσαμε ξαφνικά, σωριασμένοι στον τόπο που ακούσαμε αυτή την προσταγή, που βγήκε, ωχ, έτσι βαθιά μες απ’ τη νύχτα και την ήπιαμε σα γλυκό δηλητήριο: «Κοιμηθείτε!» Γκρεμιστήκαμε εκεί μεσοστρατίς μες τη λάσπη, με τα λουριά των ντουφεκιών περασμένα στη μασκάλη, με το βρεγμένο φόρτωμα του γυλιού κουμπωμένο στη ράχη, με τη μέση σφιγμένη μες τις μπαλάσκες. Και κοιμηθήκαμε βαριά σαν πεθαμένοι. Και πάνουθέ μας ο ουρανός έβρεχε άναντρα και αλύπητα. Έβρεχε πάνου στον κοιμισμένο στρατό. Λένε πως κοιμηθήκανε κι οι προφυλακές μας.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Μανώλης Καραπιπέρης – Πώς θυμάμαι τον θείο Μιχάλη

σάρωση0021

Τον θείο μου τον Μιχάλη τον έλεγαν Σαπουντζάκη και τον πατέρα μου Καραπιπέρη γιατί ερχόμενοι από την Σμύρνη, μετά την καταστροφή, τα δήλωσε τα παιδιά έτσι η γιαγιά μου για να πάρει δύο αποζημιώσεις τότε. Έτσι ο ένας αδερφός πήρε το οικογενειακό όνομα, δε ο άλλος πήρε το όνομα άλλου συγγενή. Το Καραπιπέρης ήτανε και παρατσούκλι του παππού μου. Τον έλεγαν μαύρο σαν το πιπέρι οι τούρκοι γιατί ήτανε οπλαρχηγός.

Τον θείο μου τον θυμάμαι από την Κατοχή. Τότε είχε δύο μαγαζιά, τη Σεβίλη και ένα άλλο στη Λιοσίων, αριθμός διακόσια τόσο –δεν θυμάμαι ακριβώς αριθμό – δίπλα από το καφενείο του Ατσαλή, στη στάση Διαμαντή. Σε αυτό το μαγαζί πια είχε μόνιμα μπουζούκια. Ύστερα αυτό το μαγαζί είχε γίνει μαγαζί του ΕΛΑΣ, του ΕΑΜ, ας πούμε, τρώγανε μέσα, τόχανε σαν οπλουργείο, φτιάχνανε αυτές τις βόμβες, ας πούμε. Ήτανε και ο πατέρας μου και ο θείος μου στο ΕΑΜ.

Η γειτονία μου ήτανε ένας κλασικός συνοικισμός, και γραφικός (-έτσι;). Δυο χιλιόμετρα από την Ομόνοια, δυο η τρία χιλιόμετρα. Όλοι οι κάτοικοι του συνοικισμού ήτανε περίπου ογδόντα με εκατό οικογένειες και, φυσικό του λόγου, ήτανε να είναι πολύ ενωμένοι. Οι μισοί ήτανε σχεδόν συγγενείς, ξαδέρφια μακριά και ξέρω ‘γω – ανεψιές, θείες και τα λοιπά. Όλοι ήτανε σμυρνιοί. Άλλοι από το Τσανάκαλε, άλλοι απ’ τον Μπουρνόβα, άλλοι απ’ τον Μενσιρλί. Ο συνοικισμός λέγεται Μίλη Μπενέση γιατί εκεί ήταν, παλιά, ένας τσιφλικάς, ο Μπενέσης, που ‘χε κάτι μύλους, αλευρόμυλους, και μεγάλη έκταση από χωράφια, ξέρω ‘γω, κι ένα κομμάτι, ας πούμε, ίσως το χειρότερο –και λέω χειρότερο γιατί ήτανε λακούβα –κι έφτιαξαν τα πρώτα υποτυπώδη σπίτια, άλλα με λαμαρίνες και άλλα χτιστά, κανονικά ας πούμε. Οι δρόμοι του συνοικισμού ήταν λαβύρινθος, ο πιο φαρδής τέσσερα μέτρα. Όταν έβρεχε έπρεπε να ανοίξουμε στην μέση του δρόμου χαντάκι για να μην πνιγούμε σαν τα ποντίκια. Παρόλο αυτό το χάλι που υπήρχε ήταν μια πολύ χαρούμενη συνοικία, γειτονιά, ας πούμε.  Οι γριούλες τα βράδια μαζευόντουσαν έξω από τις πόρτες τους με τα καρεκλάκια (που τα λέγανε, ξέρεις, καρέκλες κομμένες) παρεΐτσες παρεΐτσες, και κάνανε το καθιερωμένο κουσκούσι της ημέρα και αναπολούσαν την πατρίδα, την Σμύρνη, ξέρω ’γώ. Τα παλικάρια της γειτονιάς πάντα ήταν όλοι μαζί παρέα, μικροί-μεγάλοι, ας πούμε (το ας πούμε μην το γράφεις) – και καθόντουστε πότε στα σκαλάκια που ήταν η είσοδος της γειτονιάς, πότε σε μια πεσμένη κολώνα που υπήρχε στην αλάνα, όπως τη λέγαμε, και καθόντουσαν και τραγουδάγανε. Τώρα θα μιλήσουμε για τους γάμους και τα έθιμα – έτσι;

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Ο Γιός του Ανθρώπου

2799426979_c8ef734f88

Επιλεκτικά αποσπάσματα από το βιβλίο «ο Γιός του Ανθρώπου» του Χαλίλ Γκιμπράν. Όπως ισχυρίζεται ο συγγραφέας, περιέχει μαρτυρίες για την ζωή του Ιησού από ανθρώπους της εποχής.

Ο ΜΑΝΝΟΥΣ Ο ΠΟΜΠΗΙΟΣ ΣΕ ΕΝΑΝ ΕΛΛΗΝΑ

Οι Εβραίοι, όπως και οι γείτονές τους, οι Φοίνικες και οι Άραβες, δεν αφήνουν τους θεούς τους να ξαποστάσουν ούτε μια στιγμή πάνω στον άνεμο. Αυτοί πολυσκέφτονται την θεότητά τους και πολυνοιάζονται ο ένας για την προσευχή του άλλου. Ενώ εμείς, οι Ρωμαίοι, φτιάχνουμε μαρμάρινους ναούς στους θεούς μας, αυτοί οι άνθρωποι κουβεντιάζουν για την φύση του θεού τους. Όταν εμείς είμαστε σε έκσταση, τραγουδάμε και χορεύουμε γύρω από τους βωμούς του Δία και της Ήρας, του Άρη και της Αφροδίτης. Μα αυτοί, στην έκστασή τους, φοράν λινάτσα και σκεπάζουν τα κεφάλια τους με στάχτες και ακόμα, θρηνούν την μέρα που τους γέννησε. Και τον Ιησού, τον άνθρωπο που φανέρωσε το θεό σαν μια ύπαρξη χαράς, τον ταλαιπωρήσανε και τον οδήγησαν στο θάνατο.

Αυτοί οι άνθρωποι δεν είναι ευτυχισμένοι με έναν ευτυχισμένο θεό. Ξέρουν μονάχα τους θεούς του πόνου. Ακόμα και οι φίλοι και οι μαθητές του Ιησού, που ξέρανε το κέφι του και άκουγαν το γέλιο του, φτιάξαν μια εικόνα της θλίψης του και λατρεύουνε αυτή την εικόνα. Με τέτοια λατρεία, δεν ανυψώνονται προς τη θεότητά τους. Την κατεβάζουν, μόνο, σ’ αυτούς. Πιστεύω όμως ότι αυτός ο φιλόσοφος, ο Ιησούς, που έμοιαζε του Σωκράτη, θα έχει ισχύ πάνω στο λαό του και ενδέχεται να συμβεί το ίδιο και πάνω σ’ άλλους λαούς. Γιατί είμαστε όλοι πλάσματα της θλίψης και των μικρών αμφιβολιών. Κι όταν κάποιος μας λέει: «Ας χαιρόμαστε με τους θεούς», δεν μπορούμε παρά να προσέξουμε την φωνή του. Είναι παράξενο που ο πόνος αυτού του ανθρώπου έχει καταντήσει εκκλησιαστική τυπολατρία.

Αυτοί οι άνθρωποι βρίσκουν έναν άλλο Άδωνι, ένα θεό σκοτωμένο στο δάσος και γιορτάζουν την θανάτωσή του. Είναι κρίμα που δεν πρόσεξαν το χαμόγελό του. Αλλά ας το ομολογήσουμε, σαν Ρωμαίος με Έλληνα. Μήπως και εμείς ακούμε το γέλιο του Σωκράτη στους δρόμους της Αθήνας; Είναι ποτέ δυνατόν να ξεχάσουμε το κύπελλο με το κώνειο, και το θέατρο μέσα ακόμα του Διονύσου; Δεν σταματάν και σήμερα στις γωνιές των δρόμων οι πατέρες μας να κουβεντιάσουνε τα προβλήματά τους και να ‘χουνε μια σημαντική στιγμή, φέρνοντας στην μνήμη τους το θλιβερό τέλος όλων των μεγάλων μας αντρών;

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »